Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Συνταγή. (Για την τροφή του νου)


Πως να διαβάσεις ένα βιβλίο που έχει γίνει μούσκεμα.



   Το αφήνεις από τα χέρια σου γιατί αργά αλλά σταθερά, το σκοτάδι διαδέχεται το φως της μέρας. 
    Ρουφάς αχόρταγα τους ήχους των κυμάτων που σκάνε στην παραλία λίγο πιο πέρα και των τζιτζικιών που έκαναν κατάλειψη σε ολόκληρη την αυλή,  εικόνες από τον έναστρο ουρανό, και μουρουδιές ανάμεικτες από το ιώδιο της θάλασσας και από τα δέντρα δίπλα σου 
     Μετά από ώρες πλήρους απραξίας και χαλάρωσης, σταδιακά βαραίνουν και τα βλέφαρα κι αφήνεις τον Μορφέα να σε πάρει από το χέρι και να σε οδηγήσει στα ονειρικά του μονοπάτια. Κάπως έτσι το ξεχνάς επάνω στο τραπέζι, μα, δεν πειράζει. Ο αυριανός καφές σου δεν θα ψάχνει την παρέα του. Θα την βρει εκεί υπομονετικά να περιμένει.


   Ο ήχος της βροχής που πέφτει ήπια και η μυρουδιά που αναδύεται απ’ το βρεγμένο χώμα και τα βρεγμένα φύλλα των κυπαρισσιών σε ξυπνά ευχάριστα. Αφουγκράζεσαι για λίγο το σκοτάδι και καταλήγεις στη σκέψη πως ο ήχος απ' τα κύματα υπερισχύει από εκείνον της βροχής. Σβήνεις κατόπιν όλες τις σκέψεις  που σαλεύουν στο κεφάλι σου κι αφήνεσαι να ζήσεις μέσα στο όνειρο.



    Ξάφνου, ένα χέρι αόρατο, έρχεται απρόσκλητο και σε ταρακουνάει απ’ την κατάσταση στην οποία επέτρεψες τον εαυτό σου να βούλιαξει.
Το βιβλίο…!!!
    Πετάς το μαξιλάρι από την αγκαλιά, αφήνεις με βιαστικές κινήσεις το μαλακό σου στρώμα, κατεβαίνεις τη σκάλα δίχως ν’ ανάψεις φώτα απ’ την βιασύνη σου, και κατευθύνεσαι στο τραπέζι όπου το ξέχασες.
    Εντάξει. Είσαι τυχερή. Το πρόλαβες. Ίσα που βράχηκε το εξώφυλλό του. Αισθητικό το θέμα της ζημιάς. Το κακό μικρό είναι κι ευχαριστείς την τύχη σου γι’ αυτό.
    Το παίρνεις χαρούμενη και το αφήνεις στο άλλο τραπέζι της βεράντας. Αυτό που καθόσουν το μεσημέρι κι έχει ένα ξύλινο υπόστεγο από πάνω προκειμένου να προφυλάσσει από τον ήλιο και από την βροχή τις καρέκλες γύρω του και όσους κάθονται πάνω σ’ αυτές. Γυρνάς ήρεμη στο κρεβάτι και ξαναχώνεσαι μέσα στο όνειρο που άφησες πριν λίγο αγχωμένη.


    Το πρωινό που ακολουθεί μπορείς να πεις πως μετατρέπει τ’ όνειρο σε εφιάλτη. Το βρίσκεις εκεί, σ’ εκείνο το άλλο το τραπέζι, το προφυλαγμένο κάτω από το υπόστεγο όμως, κάτι πήγε στραβά. Πολύ στραβά…
Έσταζε όλο το βράδυ το υπόστεγο σε ένα μοναχά σημείο. Μάντεψε τώρα εσύ άγνωστε αναγνώστη μου, σε ποιο…

   Το αγαπημένο, από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίο, ναι, εκείνο που νόμισες πως το προφύλαξες απ’ την βροχή ψες βράδυ, είναι πλέον μούσκεμα.
   Σκέφτεσαι : «Στράγγισμα, στέγνωμα στην απλώστρα με τα μανταλάκια κι ύστερα ... πέταμα». Δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να διαβαστεί επειδή οι 725 του σελίδες σφυχταγκαλιάστηκαν το βράδυ για να προφυλαχτούνε από το σοκ της υγρασίας που υπέστησαν.
   Λυπάσαι πολύ μα, δεν έχει πλέον νόημα. Βάζεις την εσπρεσιέρα στη φωτιά και περιμένεις να πιείς έναν καφέ. Εκείνον της παρηγοριάς…

Και να ΄σου η φαεινή ιδέα!



    Ανάβεις το φούρνο της κουζίνας στους 100 βαθμούς. Στο πρόγραμμα που ψήνει στον αέρα. Βάζεις προσεχτικά το μουσκεμένο σου βιβλίο το οποίο ήδη πιστεύεις ότι πλέον αχρηστεύτηκε. Και λες : "Τι είχα και τι έχασα…"
    Το αφήνεις μέσα για περίπου ένα μισάωρο. Όχι παραπάνω. Μέλημά σου είναι να στεγνώσουν οι ήρωές του κι όχι να ψηθούν.
Μέχρι να πιεις τον καφέ σου τ’ αποτελέσματα θα είναι ορατά.      
    Περιμένεις, μα … ο καφές αργεί πολύ να γίνει. Σου φαίνεται περίεργο γιατί η μυρωδιά του σκέπασε την μυρωδιά των φρεσκοβρεγμένων δέντρων της αυλής, μα ωστόσο ακόμη δεν είναι έτοιμος. Και περιμένεις, περιμένεις…
    Σβήνεις τον φούρνο και τον αφήνεις να κρυώσει. Ακόμη δεν είναι έτοιμος εκείνος ο καφές. Κόκκαλα θα ΄χει...


    Αφού κρυώσει και ο φούρνος κι ενώ ακόμη περιμένεις τον περιβόητο καφέ, βγάζεις το βιβλίο και …
Όχι, όχι, δεν το πασπαλίζεις με άχνη, ούτε και το σκεπάζεις με μία πετσέτα για να πάει η ψυχή του στο χωράφι που έλεγε και η γιαγιά κάθε φορά που έβγαζε την πίτα της από το φούρνο και ήθελε να κρυώσει.
Απλά το φυλλομετράς. Μια – μια τις σελίδες του. Και τις 725 του σελίδες. Μια – μια. Με απαλές κινήσεις και με σεβασμό. Κι αν σου περισσεύει και λίγη αγάπη, βάλτηνε κι αυτήν. Θα δώσει μια ξεχωριστή υφή στα πυκονογραμμένα του φύλλα όταν θα το διαβάζεις.
Έτοιμο!!!
Μόνο που … εκτός από το βάρος του, απέκτησε κι έναν πολύ μεγάλο όγκο. Μα δε βαριέσαι! Είναι για ιδία χρήση και όχι για κέρασμα.
Άκομψη η εμφάνισή του μα, έστω κι έτσι μπορείς πια να το απολαύσεις.
Φρέσκο φρέσκο!!! Της ώρας που λένε!!!



    Κι εκείνος ο καφές που εδώ και μια ώρα περιμένεις? Ε. Δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κι ας μοσχομύρισε το σπίτι. Καβουρντίστηκε μέσα στην εσπρεσιέρα και να σου πω γιατί? Επειδή αν το μυαλό σου ήτανε στη θέση του κι όχι στο βρεγμένο σου βιβλίο, θα είχες σκεφτεί πως εκτός απ' τον καφέ, είναι απαραίτητο να βάλεις και … νερό.
   

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Το 17ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας ΜΑΣ :)



Λέξη ιερή

Σε παρακαλώ!
Αν θέλεις έναν φίλο εξημέρωσέ με…
Είπε η αλεπού στον πρίγκιπα
και υπομονετικά περίμενε.

Σε παρακαλώ!
Αν θες ο δρόμος ο δικός μου να ανταμώσει με το δρόμο σου,
άσε με ελεύθερες ανάσες ν’ ανασαίνω.
Δως μου το χώρο και το χρόνο που χρειάζομαι
και θα σου δώσω ότι μου ζητήσεις.
Ξέρεις?
Δεν χτίζονται οι φιλίες όπως τα κάστρα κάθε καλοκαίρι
σ΄ αμμουδιές.
Βουλιάζουνε οι άνθρωποι μέσα στο νόημα που κρύβεται
πίσω από την ιερή αυτή λέξη.
Περνούν τα χρόνια και η ψυχή δε συμβιβάζεται. 
Έχει επίγνωση και ξέρει τι γυρεύει.

Τι λες?
Πάμε ξανά απ’ την αρχή το δικό μας παραμύθι? 






Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στο υπέροχο δρώμενο της Αριστέας που έγινε πλέον "εθισμός" για ΄μένα. :) Λέξεις κλειδιά : φιλία/φίλος-η / φιλικός  
https://princess-airis.blogspot.gr/2017/08/17-2.html



Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!!! :) 

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ευχή.


Θα μπορούσε να ήταν μια ανάρτηση χωρίς λόγια. Ίσως να έλεγε περισσότερα από τις μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου. 


    
     Την κόλαση ωστόσο την οποία κάθε καλοκαίρι βιώνουν κάποιοι ήρωες σβήνοντας τις φωτιές που καίνε τα δάση μας και όχι μόνο, δεν θα μπορούσα να την προσπεράσω λες και είναι κάποια είδηση που θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη κι έχει επιδέξια γραφτεί με ψιλά γράμματα στις πίσω σελίδες μιας εφημερίδας.
    Ψες βράδυ, αυτήν την κόλαση εγώ την έζησα στον ύπνο μου σαν εφιάλτη που με τάραξε τόσο πολύ, ώστε η ανάγκη μου να βρεθώ ανάμεσα στα δέντρα του δικού μου μικρού δάσους, ήταν πολύ πιο έντονη απ' ότι είναι συνήθως.
    Και κάπως έτσι ξημέρωσε τελικά η σημερινή μου μέρα. Μικρή γεύση παραθέτω με τις φωτογραφίες που ακολουθούν, καθεμιά από τις οποίες δεν καλύπτει παρά μόνον μια "άχρωμη", "άοσμη" και "βουβή" στιγμή αυτής της μαγείας που εγώ βίωσα. Ευχής έργο θα ήταν βέβαια, να μπορούσα μέσα σε κάθε φωτογραφία να κλείσω ότι κεντρίζει τις αισθήσεις και τις σκέψεις μου εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω αυτό για ΄σένα άγνωστε αναγνώστη μου... 
    Και κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η σημερινή μου μέρα. Με τη μυρουδιά του φρεσκο-βρεγμένου πεύκου, τα φλύαρα τα τιτιβίσματα των πουλιών και τον έναστρο ουρανό να αλλάζει χρώμα και να γίνεται από σκούρος πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη λίγο, ώσπου η μέρα διαδέχθηκε αυτήν τη νύχτα που με ταλαιπώρησε πολύ με τον εφιάλτη που ήδη προανέφερα.

    Την έχω ήδη αφήσει την ευχή μου να σκορπίσει με τον άνεμο στο άλλο ηλεκτρονικό μου "σπιτικό". Θα την αφήσω όμως κι εδώ με την ελπίδα να φυσήξει δυνατά κι ακόμη δυνατότερα και να γίνει αυτή η σκορπισμένη ευχή μου, μια σκόνη που θα κατακαθίσει σ' ολόκληρη τη γη.

    Είθε λοιπόν η Παναγιά μας, να μας φυλάει, απ' όσους θέλουνε να μας στερήσουν το ... όποιο "οξυγόνο μας". 

Καλό δεκαπενταύγουστο άγνωστε αναγνώστη μου. Με ανάσες βαθιές οι οποίες θα βοηθούν να φτάσει στα πνευμόνια και στο είναι σου ολόκληρο, καθαρός, φρέσκος "αέρας"!

Σημείωση. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι από παλαιότερες χαραυγές. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες, είναι σημερινές. Τώρα που τις βλέπω αναρωτιέμαι τι να ΄ναι αυτό που με κάνει να νιώθω τόσο ασφάλεια όταν περιφέρομαι στο βουναλάκι μου μέσα σε τόσο άγρια σκοτάδια.






Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Τι όμορφη τροφή!!!


    Φθάσαμε εκεί σχεδόν ταυτόχρονα. Εγώ, στο ένα μου χέρι, κρατούσα ένα μπουκαλάκι με νερό και στο άλλο τίποτα. Είχα όμως στον ώμο περασμένο ένα μικρό τσαντάκι "ταχυδρόμου" με τ' απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο το τσαντάκι μου αυτό το ένιωθα βαρύ κι ασήκωτο. Δεν είχε δα και πολλά πράγματα μέσα για να το νιώθω έτσι. Ένα μικρό σημειωματάριο με ένα τοσοδούλι μολυβάκι είχε μόνο, το κινητό μου και το πορτοφόλι μου. Μα έλεγα θυμάμαι στον εαυτό μου, πως θα ΄τανε καλύτερα να το είχα αφήσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. Θα έφταιγε προφανώς η αφόρητη η ζέστη εκείνης της ημέρας στην καρδιά του φετινού καλοκαιριού για τις σκέψεις που έκανα.
    Αυτά, και τι δεν είχανε μαζί τους! Μου ΄κανε εντύπωση το γεγονός ότι ήταν τόσο φορτωμένα! Ένα σακίδιο στον ώμο με το κολατσιό τους και το απαραίτητο νερό. Στο ένα τους χέρι κράταγαν ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι (το καθένα το δικό του καρεκλάκι), και στο άλλο χέρι κράταγαν από μια μεγάλη τσάντα, η οποία όπως στην πορεία αποδείχθηκε, έκρυβε μέσα της έναν τεράστιο θησαυρό : Ένα μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής, μολύβι και σβηστήρι, χρώματα και ... άπειρη φαντασία. Όση φαντασία δηλαδή μπορεί και διαθέτει ένα παιδί! 
Τόσο εντύπωση μου έκανε η εικόνα τους αυτή, που αυτοστιγμής σταμάτησα να ασχολούμαι με τις μίζερές μου σκέψεις για τη δυσφορία της θερμοκρασίας και το "βάρος" απ' το μικρό τσαντάκι μου.
   Ακούμπησα στο δέντρο που βρισκόταν δίπλα μου κι εστίασα στην κάθε κίνηση που εξελισσότανε τώρα μπροστά μου. 
     Με τάξη, και κυρίως δίχως καμιά οχλοβοή, ακούμπησαν στα πόδια τους την μεγάλη τσάντα και τα σακίδιά τους. Ανοίξανε τα καρεκλάκια και καθίσαν τόσο ήσυχα, ώστε τα κελαϊδήσματα απ' τα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια τους ούτε καλύφθηκαν από την παρουσία των παιδιών, ούτε κι έχασαν κάτι από την ένταση και το ρυθμό που είχαν.
   Πήραν στα χέρια τους το μπλοκ και το μολύβι τους κι άρχισαν το ονειρικό τους το ταξίδι. Εκείνο το γνώριμο ταξίδι που κρύβει μια μαγεία ανεπανάληπτη για όποιον μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε σχήματα, γραμμές και χρώματα!
    Ταξίδευα κι εγώ με κάθε κίνηση που έκαναν τα μολυβάκια τους. Έβγαλα ασυναίσθητα το δικό μου μολυβάκι και το μικρό σημειωματάριό μου και άρχισε το χέρι μου να κινείται. Άξαφνα ένιωσα μια ανείπωτη χαρά για το "βαρύ" τσαντάκι που τελικά δεν άφησα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. 
    Οι άγνωστοι λιλιπούτειοι συνταξιδιώτες εκείνου του νοερού μας ταξιδιού, δίχως να το γνωρίζουν, μου χάρισαν στιγμές που θα συντροφεύουν ενίοτε κάποιες σκούρες σκέψεις και θα τις χρωματίζουν με τα πιο θερμά τα χρώματα που υπάρχουν.

    Σήμερα, που χάθηκα μέσα στης ενημέρωσης το χάος θυμήθηκα τούτη τη σκηνή διαβάζοντας τις τελευταίες ειδήσεις. Αν και πέρασε περίπου ενάμιση μήνας από τότε, θυμήθηκα μαζί με τη σκηνή και κάτι που πέρασε απ' το νου μου όπως παρατηρούσα εκείνα τα μικρά παιδιά που ζωγραφίζαν.
     Είχα σκεφτεί τότε λοιπόν : "Τι όμορφα που τα ταϊζουν τα παιδιά εδώ!"


 Κι εμείς άλλο δεν κάνουμε,  παρά να αναλωνόμαστε σε συζητήσεις για το ποιος τελικά δικαιούται να κρατήσει την ένδοξη σημαία. Που? Μα, στις παρωχημένες παρελάσεις μας ...
Άλλο δεν κάνουμε, παρά με τα μικρά κι ανούσια να ξοδεύουμε λόγια κι ενέργεια, κι ύστερα εξουθενωμένοι να ... "πέφτουμε για ύπνο".
Πόσους συμβιβασμούς να κάνει ένας νέος στην εκπαίδευση? Πόσους συμβιβασμούς για να την ανεχτεί και να την υπομένει?

Σόφια, το τρέχον έτος. Ναι, στη Βουλγαρία...