Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ευχή.


Θα μπορούσε να ήταν μια ανάρτηση χωρίς λόγια. Ίσως να έλεγε περισσότερα από τις μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου. 


    
     Την κόλαση ωστόσο την οποία κάθε καλοκαίρι βιώνουν κάποιοι ήρωες σβήνοντας τις φωτιές που καίνε τα δάση μας και όχι μόνο, δεν θα μπορούσα να την προσπεράσω λες και είναι κάποια είδηση που θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη κι έχει επιδέξια γραφτεί με ψιλά γράμματα στις πίσω σελίδες μιας εφημερίδας.
    Ψες βράδυ, αυτήν την κόλαση εγώ την έζησα στον ύπνο μου σαν εφιάλτη που με τάραξε τόσο πολύ, ώστε η ανάγκη μου να βρεθώ ανάμεσα στα δέντρα του δικού μου μικρού δάσους, ήταν πολύ πιο έντονη απ' ότι είναι συνήθως.
    Και κάπως έτσι ξημέρωσε τελικά η σημερινή μου μέρα. Μικρή γεύση παραθέτω με τις φωτογραφίες που ακολουθούν, καθεμιά από τις οποίες δεν καλύπτει παρά μόνον μια "άχρωμη", "άοσμη" και "βουβή" στιγμή αυτής της μαγείας που εγώ βίωσα. Ευχής έργο θα ήταν βέβαια, να μπορούσα μέσα σε κάθε φωτογραφία να κλείσω ότι κεντρίζει τις αισθήσεις και τις σκέψεις μου εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω αυτό για ΄σένα άγνωστε αναγνώστη μου... 
    Και κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η σημερινή μου μέρα. Με τη μυρουδιά του φρεσκο-βρεγμένου πεύκου, τα φλύαρα τα τιτιβίσματα των πουλιών και τον έναστρο ουρανό να αλλάζει χρώμα και να γίνεται από σκούρος πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη λίγο, ώσπου η μέρα διαδέχθηκε αυτήν τη νύχτα που με ταλαιπώρησε πολύ με τον εφιάλτη που ήδη προανέφερα.

    Την έχω ήδη αφήσει την ευχή μου να σκορπίσει με τον άνεμο στο άλλο ηλεκτρονικό μου "σπιτικό". Θα την αφήσω όμως κι εδώ με την ελπίδα να φυσήξει δυνατά κι ακόμη δυνατότερα και να γίνει αυτή η σκορπισμένη ευχή μου, μια σκόνη που θα κατακαθίσει σ' ολόκληρη τη γη.

    Είθε λοιπόν η Παναγιά μας, να μας φυλάει, απ' όσους θέλουνε να μας στερήσουν το ... όποιο "οξυγόνο μας". 

Καλό δεκαπενταύγουστο άγνωστε αναγνώστη μου. Με ανάσες βαθιές οι οποίες θα βοηθούν να φτάσει στα πνευμόνια και στο είναι σου ολόκληρο, καθαρός, φρέσκος "αέρας"!

Σημείωση. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι από παλαιότερες χαραυγές. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες, είναι σημερινές. Τώρα που τις βλέπω αναρωτιέμαι τι να ΄ναι αυτό που με κάνει να νιώθω τόσο ασφάλεια όταν περιφέρομαι στο βουναλάκι μου μέσα σε τόσο άγρια σκοτάδια.






Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Τι όμορφη τροφή!!!


    Φθάσαμε εκεί σχεδόν ταυτόχρονα. Εγώ, στο ένα μου χέρι, κρατούσα ένα μπουκαλάκι με νερό και στο άλλο τίποτα. Είχα όμως στον ώμο περασμένο ένα μικρό τσαντάκι "ταχυδρόμου" με τ' απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο το τσαντάκι μου αυτό το ένιωθα βαρύ κι ασήκωτο. Δεν είχε δα και πολλά πράγματα μέσα για να το νιώθω έτσι. Ένα μικρό σημειωματάριο με ένα τοσοδούλι μολυβάκι είχε μόνο, το κινητό μου και το πορτοφόλι μου. Μα έλεγα θυμάμαι στον εαυτό μου, πως θα ΄τανε καλύτερα να το είχα αφήσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. Θα έφταιγε προφανώς η αφόρητη η ζέστη εκείνης της ημέρας στην καρδιά του φετινού καλοκαιριού για τις σκέψεις που έκανα.
    Αυτά, και τι δεν είχανε μαζί τους! Μου ΄κανε εντύπωση το γεγονός ότι ήταν τόσο φορτωμένα! Ένα σακίδιο στον ώμο με το κολατσιό τους και το απαραίτητο νερό. Στο ένα τους χέρι κράταγαν ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι (το καθένα το δικό του καρεκλάκι), και στο άλλο χέρι κράταγαν από μια μεγάλη τσάντα, η οποία όπως στην πορεία αποδείχθηκε, έκρυβε μέσα της έναν τεράστιο θησαυρό : Ένα μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής, μολύβι και σβηστήρι, χρώματα και ... άπειρη φαντασία. Όση φαντασία δηλαδή μπορεί και διαθέτει ένα παιδί! 
Τόσο εντύπωση μου έκανε η εικόνα τους αυτή, που αυτοστιγμής σταμάτησα να ασχολούμαι με τις μίζερές μου σκέψεις για τη δυσφορία της θερμοκρασίας και το "βάρος" απ' το μικρό τσαντάκι μου.
   Ακούμπησα στο δέντρο που βρισκόταν δίπλα μου κι εστίασα στην κάθε κίνηση που εξελισσότανε τώρα μπροστά μου. 
     Με τάξη, και κυρίως δίχως καμιά οχλοβοή, ακούμπησαν στα πόδια τους την μεγάλη τσάντα και τα σακίδιά τους. Ανοίξανε τα καρεκλάκια και καθίσαν τόσο ήσυχα, ώστε τα κελαϊδήσματα απ' τα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια τους ούτε καλύφθηκαν από την παρουσία των παιδιών, ούτε κι έχασαν κάτι από την ένταση και το ρυθμό που είχαν.
   Πήραν στα χέρια τους το μπλοκ και το μολύβι τους κι άρχισαν το ονειρικό τους το ταξίδι. Εκείνο το γνώριμο ταξίδι που κρύβει μια μαγεία ανεπανάληπτη για όποιον μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε σχήματα, γραμμές και χρώματα!
    Ταξίδευα κι εγώ με κάθε κίνηση που έκαναν τα μολυβάκια τους. Έβγαλα ασυναίσθητα το δικό μου μολυβάκι και το μικρό σημειωματάριό μου και άρχισε το χέρι μου να κινείται. Άξαφνα ένιωσα μια ανείπωτη χαρά για το "βαρύ" τσαντάκι που τελικά δεν άφησα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. 
    Οι άγνωστοι λιλιπούτειοι συνταξιδιώτες εκείνου του νοερού μας ταξιδιού, δίχως να το γνωρίζουν, μου χάρισαν στιγμές που θα συντροφεύουν ενίοτε κάποιες σκούρες σκέψεις και θα τις χρωματίζουν με τα πιο θερμά τα χρώματα που υπάρχουν.

    Σήμερα, που χάθηκα μέσα στης ενημέρωσης το χάος θυμήθηκα τούτη τη σκηνή διαβάζοντας τις τελευταίες ειδήσεις. Αν και πέρασε περίπου ενάμιση μήνας από τότε, θυμήθηκα μαζί με τη σκηνή και κάτι που πέρασε απ' το νου μου όπως παρατηρούσα εκείνα τα μικρά παιδιά που ζωγραφίζαν.
     Είχα σκεφτεί τότε λοιπόν : "Τι όμορφα που τα ταϊζουν τα παιδιά εδώ!"


 Κι εμείς άλλο δεν κάνουμε,  παρά να αναλωνόμαστε σε συζητήσεις για το ποιος τελικά δικαιούται να κρατήσει την ένδοξη σημαία. Που? Μα, στις παρωχημένες παρελάσεις μας ...
Άλλο δεν κάνουμε, παρά με τα μικρά κι ανούσια να ξοδεύουμε λόγια κι ενέργεια, κι ύστερα εξουθενωμένοι να ... "πέφτουμε για ύπνο".
Πόσους συμβιβασμούς να κάνει ένας νέος στην εκπαίδευση? Πόσους συμβιβασμούς για να την ανεχτεί και να την υπομένει?

Σόφια, το τρέχον έτος. Ναι, στη Βουλγαρία...

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

η ΖΩΗ συγχωρεί.

   Της Κυριακής το μεσημέρι που μας πέρασε, κάτι αναπάντεχο, χρωμάτισε τη μέρα μου και τη ζωή μου. Ένιωσα σα να μου ΄δωσαν το φιλί της ζωής και άρχισε η τρύπια μου καρδιά να αποκτά και πάλι χτύπους. Τώρα που έφυγε η μεγάλη φόρτιση, θα ΄θελα να ακουμπήσω εκτός από τις σκέψεις μου στο πληκτρολόγιο αυτό, και κάποια συναισθήματα που, αν και πέρασαν λίγες μέρες, αυτά ακόμη συνεχίζουν μέσα μου να κοχλάζουν. Κι αυτήν την φορά δεν θα γράψω για τις σίγουρες μελλοντικές μου αναγνώστριες, τις κόρες μου, αλλά για να προβληματίσω όποιον σκοντάψει κατά λάθος πάνω σε τούτες τις αράδες. Κάποτε, όταν πια όλα θα καταλαγιάσουν μέσα μου, θα βρω σίγουρα το κουράγιο και τη δύναμη να γράψω ένα βιβλίο. Θα ΄ναι το πρώτο και το τελευταίο μου βιβλίο. 
   Της Κυριακής το μεσημέρι που μας πέρασε λοιπόν, χτύπησε απροσδόκητα η πόρτα του σπιτιού μου κι είδα μπροστά μου απ΄το πουθενά, έναν πρώτο εξάδελφο τον οποίο είχα χρόνια να τον ανταμώσω. Έφηβος ήτανε την τελευταία φορά που τον συνάντησα και καμιά φορά ερχότανε στη θύμησή μου η εικόνα του από την ηλικία εκείνη. Μια απροσδιόριστη ωστόσο εικόνα, δίχως να έχει πρόσωπο ούτε και σώμα. Η θύμηση δεν ήταν τόσο δυνατή για να τον ζωγραφίσει. Κάποτε κάποτε, επισκεπτόταν το μυαλό μου και άλλες παρουσίες από τους συγγενείς που έχασα χωρίς μέχρι την Κυριακή που πέρασε, να καταλάβω το γιατί. Μετράω τώρα γύρω στα εννέα χρόνια που σαν αέρας εξανεμίστηκε απ' τη ζωή μου ένα ολόκληρο σόι. Το σόι μου. Μοναδική παρέα όλα αυτά τα χρόνια, τα ατελείωτα προβλήματα που αντιμετώπισα και τα οποία φάνταζαν στα μάτια μου τεράστια κύματα που πάλευαν συνέχεια να με πνίξουν.
   Αναρωτιόμουνα συχνά πως γίνεται οι άνθρωποι να ανήκουνε την μια στιγμή σε μια μεγάλη οικογένεια και την επόμενη στιγμή να αποκόπτονται οι δεσμοί ανάμεσά τους. Όσο κι αν οι μικρές ή και μεγάλες αποστάσεις με χώριζαν απ' τους δικούς μου ανθρώπους -ζούσανε βλέπεις διάσπαρτοι σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Γερμανία κι Αυστραλία- υπήρχε αγάπη μεταξύ μας και φυσικά το ίδιο αίμα που κυλούσε μες τις φλέβες μας μας έδενε με μιαν αόρατη κλωστή. Δεν είχαμε διαφορές να λύσουμε και ταξιδεύαμε με κάθε ευκαιρία για να συναντηθούμε. Ούτε που μου πέρναγε ποτέ από το νου πως έστω και με έναν απ΄ αυτούς θα χώριζαν οι δρόμοι μας και θα τραβούσε ο καθένας την δική του ρότα. Άγνωστη για τον άλλον.
    Πριν χρόνια, για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ξύπνησα μια μέρα από τον λήθαργο αποφασισμένη να ζήσω έναν εφιάλτη. Κάπου εκεί άξαφνα, δίχως να καταλάβω, αν και εν μέρει το περίμενα, βρέθηκα έξω από την ζωή μου και το σημαντικότερο για ΄μένα, έξω από την ίδια μου οικογένεια. Η αποκοπή από την οικογένειά μου, τους συγγενείς μου δηλαδή, ήταν ότι περισσότερο μου στοίχισε στην απόφαση που πήρα για την μελλοντική πορεία της ζωής μου. Είναι τραγικός ο πόνος μιας τέτοιας μοναξιάς. Γιατί για μοναξιά πρόκειται και όχι για μοναχικότητα, όταν οι άλλοι σου την επιβάλλουν. Άλλωστε για ΄μένα η διαφορά της λέξης "μοναξιά' και της λέξεις "μοναχικότητα' σ' αυτό το κρίσιμο σημείο βρίσκεται. Τι σου επιβάλλουν δηλαδή οι άλλοι και τι είναι καθαρά δική σου επιλογή. 
Το παράπτωμα που διέπραξα για να βιώσω αυτήν την απομόνωση -την μοναξιά- ήταν κάτι που δε φαντάστηκα πως θα αφορούσε κανέναν άλλον εκτός από εμένα και τις κόρες μου. Και το παράπτωμά μου ήταν να αφήσω πίσω μου ότι έχτιζα μια ολόκληρη ζωή, (ακίνητη και κινητή περιουσία, καθώς επίσης κοινωνική αποδοχή και καταξίωση), και να επιλέξω να φύγω μοναχά με μια βαλίτσα με τα εντελώς απαραίτητα στο ένα χέρι και στο άλλο χέρι τα λιγοστά ψηφιδωτά μου. Και δυο γλάστρες με τα φυτά τα οποία είχαν τα ονόματα των κοριτσιών μου. 
Μία δουλειά με μειωμένο ωράριο, ήταν όλη μου η περιουσία την οποία μετά από τέσσερα χρόνια την έχασα κι αυτήν γιατί ο εργοδότης φοβήθηκε την κρίση που ερχόταν και δυστυχώς με απέλυσε. Μέσα σε μία μέρα. 
Σ’ αυτήν ωστόσο τη δουλειά με το μειωμένο ωράριο, λίγο πριν η κρίση που όλοι βιώνουμε ξεσπάσει, χρωστώ την σημερινή μου ευτυχία. Την ευτυχία που βασίζεται στον ήρεμο, καθαρό κι ελεύθερο αέρα που ανασαίνω και στην λυτρωτική μοναχικότητά μου που εγώ επέλεξα. Οι λεπτομέρειες από τα παραπάνω δεν είναι απαραίτητες γι’ αυτήν την ιστορία που θα θέλησα σήμερα να γράψω.
    Είναι όμως απαραίτητο να αναφερθώ για τους δικούς μου ανθρώπους που "δεν μου στάθηκαν" και που μου «έκλεισαν» την πόρτα δίχως "ποτέ" να ψάξουν να με βρουν και να ακούσουν τη δική μου εκδοχή για την απόφασή μου. Αν και καθόλου δεν τους αφορούσαν οι προσωπικές μου επιλογές. Δεν έμαθαν ποτέ ούτε τι πέρασα ούτε  κάτω από τι συνθήκες επιβίωσα εγώ και τα παιδιά μου, τα οποία μέσα σε ένα μήνα από το φευγιό μου, με ακολούθησαν κι ας ήξεραν πως σε ΄μένανε θα έβρισκαν μονάχα μια πόρτα ανοιχτή και μια αγκαλιά ανοιχτή. Τίποτε άλλο.
     Ο πρόλογος που έκανα ήταν μεγάλος σε σχέση με το θέμα μου και τον επίλογο.  Μα θέλω άγνωστε αναγνώστη μου, να έχεις μια εικόνα πριν συνεχίσεις να διαβάζεις και πριν να καταλήξεις σ’ αυτό το μήνυμα που θέλω να περάσω.
     Της Κυριακής λοιπόν το μεσημέρι την πόρτα μου την χτύπησε ένας εξάδελφος ο οποίος επέλεξε τις φετινές του διακοπές να τις περάσει γνωρίζοντας την Ευρώπη. Και μια που βρέθηκε «κοντά», ένιωσε ηθική του υποχρέωσή να ανάψει ένα κερί στον τάφο του πατέρα μου. Χάθηκε όμως ανάμεσα στις πολλές ταφόπλακες του κοιμητηρίου της πόλης μου και κάπως έτσι αποφάσισε πως πρέπει να με βρει και να με παρακαλέσει να τον οδηγήσω εκεί όπου ήθελε απ’ την αρχή να πάει. Όλοι οι υπόλοιποι οι συγγενείς τον αποτρέπανε να κάνει αυτό το βήμα. Τους είχα αποκλείσει του είπανε απ’ τη ζωή μου και τους έκλεισα οριστικά την πόρτα. Κι ο ευλογημένος ο εξάδελφος μου είπε πως σκέφτηκε : «Τι είχα και τι πρόκειται να χάσω? Μια πόρτα κλειστή ξέρω πως έχω και στην χειρότερη περίπτωση έτσι θα παραμείνει. Οφείλω στον εαυτό μου να προσπαθήσω.». Και προσπάθησε. Έκπληκτος ανακάλυψε πως έπρεπε … να ψάξει για να με βρει. Ώσπου τελικά με βρήκε. Και άνοιξε διάπλατα η πόρτα μου και η αγκαλιά μου κι εκείνος σάστισε. Δεν την περίμενε αυτήν την υποδοχή. Ούτε κι εγώ περίμενα ν’ ακούσω από το στόμα του πως τόσα χρόνια δεν έμαθαν ποτέ τους για τον χωρισμό. Και ούτε περίμενα πως αυτός που έμεινε πίσω, θέλοντας να με αναγκάσει να γυρίσω γιατί δεν άντεχε ίσως την αποχώρησή μου, έντεχνα και κακόβουλα, τις τρεις μοναδικές φορές που οι δικοί μου άνθρωποι προσπάθησαν να επικοινωνήσουνε μαζί μου, τους κράτησε όσο πιο μακριά μπορούσε. Μέχρι που αποθαρρύνθηκαν αυτοί οριστικά δίχως να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη.
    Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, έφυγαν απ' τη ζωή δύο νεότατες ξαδέλφες μου, εκ των οποίων η μία υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχουνε φύγει απ' τη ζωή θείες και θείοι. Έφυγε η μητέρα μου που τόσο αγαπούσαν. Απομείναμε τόσο λίγοι από ένα μεγάλο σόι.
...
     Σε κάποια προσπάθειά μου να γεμίσω το κενό που ένιωθα, πέρσι κάθισα και πάλι στα θρανία βάζοντας πλώρη για όσα πριν από χρόνια έχασα στο θέμα της εκπαίδευσης. Σκεφτόμουν πως αν καταφέρω τελικά πριν το Αλσχάϊμερ που εδώ και λίγα χρόνια με φλερτάρει να πάρω αυτό το δόλιο το απολυτήριο Λυκείου, το οποίο στοίχειωνε πάντα μια γωνίτσα του μυαλού μου, θα συνεχίσω ακάθεκτη για να εκπληρώσω επιτέλους το όνειρό μου. Φέτος θα ζωγραφίζω και πάλι στο θρανίο μου κάθε φορά που ο νους θα φεύγει έξω απ΄ το παράθυρο της τάξης μου, μα οι ζωγραφιές μου θα είναι διαφορετικές. Και θα τις χρωματίζω εκμεταλλευόμενη τον σεβασμό που οι καθηγητές μου δείχνουν. Και κάθε φορά που θα παίρνω τους βαθμούς μου, κάπου θα έχω να τους δείξω εκτός από τις κόρες μου.
     

     Άγνωστε αναγνώστη μου. Είναι ένα παζλ η ζωή μας. Πάντοτε, απ’ τα μικράτα μου, έτσι την παρομοίαζα. Σκεφτόμουν πως δεν γίνεται να τελειώσεις ένα παζλ με τα κομμάτια κάποιου άλλου. Σκεφτόμουν πως έστω κι ένα κομμάτι να λείπει απ΄ το δικό σου παζλ, πρέπει να ψάξεις να το βρεις και να το ολοκληρώσεις. Δεν μου αρέσουνε οι συμβουλές, μα μερικές φορές πέφτω κι ΄γω σ΄αυτό το λούκι και συμβουλεύω. Πρόσεξε λοιπόν: Να είσαι νοικοκύρης με τα κομμάτια του δικού σου παζλ και τα προσέχεις μην τυχόν και σου χαθεί κανένα. Να έχεις πολύ υπομονή με τα κομμάτια του δικού σου παζλ και να τα προστατεύεις με αγάπη από τις οποιεσδήποτε φθορές που φέρνει ο χρόνος μέχρι να το ολοκληρώσεις. Να εμπιστεύεσαι το πέρασμα του χρόνου και τις δικές σου δυνατότητες, και να θυμάσαι πως έχεις αντοχές που δεν γνωρίζεις και πως το καλό πάντα καλό θα φέρνει όπως συμβαίνει το ίδιο και με το κακό. Να επικεντρώνεσαι μονάχα στο δικό σου παζλ κι όταν θα το τελειώσεις να είσαι σίγουρος πως θα κληροδοτηθεί σ’ αυτούς που ακολουθούνε οι οποίοι κάτι θα διδαχθούν από αυτό και κάτι θα έχουν να θυμούνται από ΄σένα.
    
    Κάτι τέτοιες στιγμές, χαίρομαι πολύ που οι μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου μπορούν να σκορπούν και να ταξιδεύουν ανάμεσα σε ανθρώπους μέσα στο χρόνο και να τους ψιθυρίζουνε στο αυτί πως δεν είναι οι μόνοι που έχουνε προβλήματα. Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτούς και το παλεύουν.

     Είμαι η Ζωή και τώρα πια ξέρω πως η ΖΩΗ τελικά, συγχωρεί τους πολύ τολμηρούς, τους τρελούς και τις αξίες! 
Να το θυμάσαι αυτό.