Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ευχή.


Θα μπορούσε να ήταν μια ανάρτηση χωρίς λόγια. Ίσως να έλεγε περισσότερα από τις μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου. 


    
     Την κόλαση ωστόσο την οποία κάθε καλοκαίρι βιώνουν κάποιοι ήρωες σβήνοντας τις φωτιές που καίνε τα δάση μας και όχι μόνο, δεν θα μπορούσα να την προσπεράσω λες και είναι κάποια είδηση που θα έπρεπε να περάσει απαρατήρητη κι έχει επιδέξια γραφτεί με ψιλά γράμματα στις πίσω σελίδες μιας εφημερίδας.
    Ψες βράδυ, αυτήν την κόλαση εγώ την έζησα στον ύπνο μου σαν εφιάλτη που με τάραξε τόσο πολύ, ώστε η ανάγκη μου να βρεθώ ανάμεσα στα δέντρα του δικού μου μικρού δάσους, ήταν πολύ πιο έντονη απ' ότι είναι συνήθως.
    Και κάπως έτσι ξημέρωσε τελικά η σημερινή μου μέρα. Μικρή γεύση παραθέτω με τις φωτογραφίες που ακολουθούν, καθεμιά από τις οποίες δεν καλύπτει παρά μόνον μια "άχρωμη", "άοσμη" και "βουβή" στιγμή αυτής της μαγείας που εγώ βίωσα. Ευχής έργο θα ήταν βέβαια, να μπορούσα μέσα σε κάθε φωτογραφία να κλείσω ότι κεντρίζει τις αισθήσεις και τις σκέψεις μου εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές. Μακάρι να μπορούσα να το κάνω αυτό για ΄σένα άγνωστε αναγνώστη μου... 
    Και κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η σημερινή μου μέρα. Με τη μυρουδιά του φρεσκο-βρεγμένου πεύκου, τα φλύαρα τα τιτιβίσματα των πουλιών και τον έναστρο ουρανό να αλλάζει χρώμα και να γίνεται από σκούρος πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη πιο ανοιχτόχρωμος, κι ακόμη λίγο, ώσπου η μέρα διαδέχθηκε αυτήν τη νύχτα που με ταλαιπώρησε πολύ με τον εφιάλτη που ήδη προανέφερα.

    Την έχω ήδη αφήσει την ευχή μου να σκορπίσει με τον άνεμο στο άλλο ηλεκτρονικό μου "σπιτικό". Θα την αφήσω όμως κι εδώ με την ελπίδα να φυσήξει δυνατά κι ακόμη δυνατότερα και να γίνει αυτή η σκορπισμένη ευχή μου, μια σκόνη που θα κατακαθίσει σ' ολόκληρη τη γη.

    Είθε λοιπόν η Παναγιά μας, να μας φυλάει, απ' όσους θέλουνε να μας στερήσουν το ... όποιο "οξυγόνο μας". 

Καλό δεκαπενταύγουστο άγνωστε αναγνώστη μου. Με ανάσες βαθιές οι οποίες θα βοηθούν να φτάσει στα πνευμόνια και στο είναι σου ολόκληρο, καθαρός, φρέσκος "αέρας"!

Σημείωση. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι από παλαιότερες χαραυγές. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες, είναι σημερινές. Τώρα που τις βλέπω αναρωτιέμαι τι να ΄ναι αυτό που με κάνει να νιώθω τόσο ασφάλεια όταν περιφέρομαι στο βουναλάκι μου μέσα σε τόσο άγρια σκοτάδια.






Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Τι όμορφη τροφή!!!


    Φθάσαμε εκεί σχεδόν ταυτόχρονα. Εγώ, στο ένα μου χέρι, κρατούσα ένα μπουκαλάκι με νερό και στο άλλο τίποτα. Είχα όμως στον ώμο περασμένο ένα μικρό τσαντάκι "ταχυδρόμου" με τ' απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο το τσαντάκι μου αυτό το ένιωθα βαρύ κι ασήκωτο. Δεν είχε δα και πολλά πράγματα μέσα για να το νιώθω έτσι. Ένα μικρό σημειωματάριο με ένα τοσοδούλι μολυβάκι είχε μόνο, το κινητό μου και το πορτοφόλι μου. Μα έλεγα θυμάμαι στον εαυτό μου, πως θα ΄τανε καλύτερα να το είχα αφήσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. Θα έφταιγε προφανώς η αφόρητη η ζέστη εκείνης της ημέρας στην καρδιά του φετινού καλοκαιριού για τις σκέψεις που έκανα.
    Αυτά, και τι δεν είχανε μαζί τους! Μου ΄κανε εντύπωση το γεγονός ότι ήταν τόσο φορτωμένα! Ένα σακίδιο στον ώμο με το κολατσιό τους και το απαραίτητο νερό. Στο ένα τους χέρι κράταγαν ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι (το καθένα το δικό του καρεκλάκι), και στο άλλο χέρι κράταγαν από μια μεγάλη τσάντα, η οποία όπως στην πορεία αποδείχθηκε, έκρυβε μέσα της έναν τεράστιο θησαυρό : Ένα μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής, μολύβι και σβηστήρι, χρώματα και ... άπειρη φαντασία. Όση φαντασία δηλαδή μπορεί και διαθέτει ένα παιδί! 
Τόσο εντύπωση μου έκανε η εικόνα τους αυτή, που αυτοστιγμής σταμάτησα να ασχολούμαι με τις μίζερές μου σκέψεις για τη δυσφορία της θερμοκρασίας και το "βάρος" απ' το μικρό τσαντάκι μου.
   Ακούμπησα στο δέντρο που βρισκόταν δίπλα μου κι εστίασα στην κάθε κίνηση που εξελισσότανε τώρα μπροστά μου. 
     Με τάξη, και κυρίως δίχως καμιά οχλοβοή, ακούμπησαν στα πόδια τους την μεγάλη τσάντα και τα σακίδιά τους. Ανοίξανε τα καρεκλάκια και καθίσαν τόσο ήσυχα, ώστε τα κελαϊδήσματα απ' τα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια τους ούτε καλύφθηκαν από την παρουσία των παιδιών, ούτε κι έχασαν κάτι από την ένταση και το ρυθμό που είχαν.
   Πήραν στα χέρια τους το μπλοκ και το μολύβι τους κι άρχισαν το ονειρικό τους το ταξίδι. Εκείνο το γνώριμο ταξίδι που κρύβει μια μαγεία ανεπανάληπτη για όποιον μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε σχήματα, γραμμές και χρώματα!
    Ταξίδευα κι εγώ με κάθε κίνηση που έκαναν τα μολυβάκια τους. Έβγαλα ασυναίσθητα το δικό μου μολυβάκι και το μικρό σημειωματάριό μου και άρχισε το χέρι μου να κινείται. Άξαφνα ένιωσα μια ανείπωτη χαρά για το "βαρύ" τσαντάκι που τελικά δεν άφησα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμενα. 
    Οι άγνωστοι λιλιπούτειοι συνταξιδιώτες εκείνου του νοερού μας ταξιδιού, δίχως να το γνωρίζουν, μου χάρισαν στιγμές που θα συντροφεύουν ενίοτε κάποιες σκούρες σκέψεις και θα τις χρωματίζουν με τα πιο θερμά τα χρώματα που υπάρχουν.

    Σήμερα, που χάθηκα μέσα στης ενημέρωσης το χάος θυμήθηκα τούτη τη σκηνή διαβάζοντας τις τελευταίες ειδήσεις. Αν και πέρασε περίπου ενάμιση μήνας από τότε, θυμήθηκα μαζί με τη σκηνή και κάτι που πέρασε απ' το νου μου όπως παρατηρούσα εκείνα τα μικρά παιδιά που ζωγραφίζαν.
     Είχα σκεφτεί τότε λοιπόν : "Τι όμορφα που τα ταϊζουν τα παιδιά εδώ!"


 Κι εμείς άλλο δεν κάνουμε,  παρά να αναλωνόμαστε σε συζητήσεις για το ποιος τελικά δικαιούται να κρατήσει την ένδοξη σημαία. Που? Μα, στις παρωχημένες παρελάσεις μας ...
Άλλο δεν κάνουμε, παρά με τα μικρά κι ανούσια να ξοδεύουμε λόγια κι ενέργεια, κι ύστερα εξουθενωμένοι να ... "πέφτουμε για ύπνο".
Πόσους συμβιβασμούς να κάνει ένας νέος στην εκπαίδευση? Πόσους συμβιβασμούς για να την ανεχτεί και να την υπομένει?

Σόφια, το τρέχον έτος. Ναι, στη Βουλγαρία...

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

η ΖΩΗ συγχωρεί.

   Της Κυριακής το μεσημέρι που μας πέρασε, κάτι αναπάντεχο, χρωμάτισε τη μέρα μου και τη ζωή μου. Ένιωσα σα να μου ΄δωσαν το φιλί της ζωής και άρχισε η τρύπια μου καρδιά να αποκτά και πάλι χτύπους. Τώρα που έφυγε η μεγάλη φόρτιση, θα ΄θελα να ακουμπήσω εκτός από τις σκέψεις μου στο πληκτρολόγιο αυτό, και κάποια συναισθήματα που, αν και πέρασαν λίγες μέρες, αυτά ακόμη συνεχίζουν μέσα μου να κοχλάζουν. Κι αυτήν την φορά δεν θα γράψω για τις σίγουρες μελλοντικές μου αναγνώστριες, τις κόρες μου, αλλά για να προβληματίσω όποιον σκοντάψει κατά λάθος πάνω σε τούτες τις αράδες. Κάποτε, όταν πια όλα θα καταλαγιάσουν μέσα μου, θα βρω σίγουρα το κουράγιο και τη δύναμη να γράψω ένα βιβλίο. Θα ΄ναι το πρώτο και το τελευταίο μου βιβλίο. 
   Της Κυριακής το μεσημέρι που μας πέρασε λοιπόν, χτύπησε απροσδόκητα η πόρτα του σπιτιού μου κι είδα μπροστά μου απ΄το πουθενά, έναν πρώτο εξάδελφο τον οποίο είχα χρόνια να τον ανταμώσω. Έφηβος ήτανε την τελευταία φορά που τον συνάντησα και καμιά φορά ερχότανε στη θύμησή μου η εικόνα του από την ηλικία εκείνη. Μια απροσδιόριστη ωστόσο εικόνα, δίχως να έχει πρόσωπο ούτε και σώμα. Η θύμηση δεν ήταν τόσο δυνατή για να τον ζωγραφίσει. Κάποτε κάποτε, επισκεπτόταν το μυαλό μου και άλλες παρουσίες από τους συγγενείς που έχασα χωρίς μέχρι την Κυριακή που πέρασε, να καταλάβω το γιατί. Μετράω τώρα γύρω στα εννέα χρόνια που σαν αέρας εξανεμίστηκε απ' τη ζωή μου ένα ολόκληρο σόι. Το σόι μου. Μοναδική παρέα όλα αυτά τα χρόνια, τα ατελείωτα προβλήματα που αντιμετώπισα και τα οποία φάνταζαν στα μάτια μου τεράστια κύματα που πάλευαν συνέχεια να με πνίξουν.
   Αναρωτιόμουνα συχνά πως γίνεται οι άνθρωποι να ανήκουνε την μια στιγμή σε μια μεγάλη οικογένεια και την επόμενη στιγμή να αποκόπτονται οι δεσμοί ανάμεσά τους. Όσο κι αν οι μικρές ή και μεγάλες αποστάσεις με χώριζαν απ' τους δικούς μου ανθρώπους -ζούσανε βλέπεις διάσπαρτοι σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Γερμανία κι Αυστραλία- υπήρχε αγάπη μεταξύ μας και φυσικά το ίδιο αίμα που κυλούσε μες τις φλέβες μας μας έδενε με μιαν αόρατη κλωστή. Δεν είχαμε διαφορές να λύσουμε και ταξιδεύαμε με κάθε ευκαιρία για να συναντηθούμε. Ούτε που μου πέρναγε ποτέ από το νου πως έστω και με έναν απ΄ αυτούς θα χώριζαν οι δρόμοι μας και θα τραβούσε ο καθένας την δική του ρότα. Άγνωστη για τον άλλον.
    Πριν χρόνια, για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ξύπνησα μια μέρα από τον λήθαργο αποφασισμένη να ζήσω έναν εφιάλτη. Κάπου εκεί άξαφνα, δίχως να καταλάβω, αν και εν μέρει το περίμενα, βρέθηκα έξω από την ζωή μου και το σημαντικότερο για ΄μένα, έξω από την ίδια μου οικογένεια. Η αποκοπή από την οικογένειά μου, τους συγγενείς μου δηλαδή, ήταν ότι περισσότερο μου στοίχισε στην απόφαση που πήρα για την μελλοντική πορεία της ζωής μου. Είναι τραγικός ο πόνος μιας τέτοιας μοναξιάς. Γιατί για μοναξιά πρόκειται και όχι για μοναχικότητα, όταν οι άλλοι σου την επιβάλλουν. Άλλωστε για ΄μένα η διαφορά της λέξης "μοναξιά' και της λέξεις "μοναχικότητα' σ' αυτό το κρίσιμο σημείο βρίσκεται. Τι σου επιβάλλουν δηλαδή οι άλλοι και τι είναι καθαρά δική σου επιλογή. 
Το παράπτωμα που διέπραξα για να βιώσω αυτήν την απομόνωση -την μοναξιά- ήταν κάτι που δε φαντάστηκα πως θα αφορούσε κανέναν άλλον εκτός από εμένα και τις κόρες μου. Και το παράπτωμά μου ήταν να αφήσω πίσω μου ότι έχτιζα μια ολόκληρη ζωή, (ακίνητη και κινητή περιουσία, καθώς επίσης κοινωνική αποδοχή και καταξίωση), και να επιλέξω να φύγω μοναχά με μια βαλίτσα με τα εντελώς απαραίτητα στο ένα χέρι και στο άλλο χέρι τα λιγοστά ψηφιδωτά μου. Και δυο γλάστρες με τα φυτά τα οποία είχαν τα ονόματα των κοριτσιών μου. 
Μία δουλειά με μειωμένο ωράριο, ήταν όλη μου η περιουσία την οποία μετά από τέσσερα χρόνια την έχασα κι αυτήν γιατί ο εργοδότης φοβήθηκε την κρίση που ερχόταν και δυστυχώς με απέλυσε. Μέσα σε μία μέρα. 
Σ’ αυτήν ωστόσο τη δουλειά με το μειωμένο ωράριο, λίγο πριν η κρίση που όλοι βιώνουμε ξεσπάσει, χρωστώ την σημερινή μου ευτυχία. Την ευτυχία που βασίζεται στον ήρεμο, καθαρό κι ελεύθερο αέρα που ανασαίνω και στην λυτρωτική μοναχικότητά μου που εγώ επέλεξα. Οι λεπτομέρειες από τα παραπάνω δεν είναι απαραίτητες γι’ αυτήν την ιστορία που θα θέλησα σήμερα να γράψω.
    Είναι όμως απαραίτητο να αναφερθώ για τους δικούς μου ανθρώπους που "δεν μου στάθηκαν" και που μου «έκλεισαν» την πόρτα δίχως "ποτέ" να ψάξουν να με βρουν και να ακούσουν τη δική μου εκδοχή για την απόφασή μου. Αν και καθόλου δεν τους αφορούσαν οι προσωπικές μου επιλογές. Δεν έμαθαν ποτέ ούτε τι πέρασα ούτε  κάτω από τι συνθήκες επιβίωσα εγώ και τα παιδιά μου, τα οποία μέσα σε ένα μήνα από το φευγιό μου, με ακολούθησαν κι ας ήξεραν πως σε ΄μένανε θα έβρισκαν μονάχα μια πόρτα ανοιχτή και μια αγκαλιά ανοιχτή. Τίποτε άλλο.
     Ο πρόλογος που έκανα ήταν μεγάλος σε σχέση με το θέμα μου και τον επίλογο.  Μα θέλω άγνωστε αναγνώστη μου, να έχεις μια εικόνα πριν συνεχίσεις να διαβάζεις και πριν να καταλήξεις σ’ αυτό το μήνυμα που θέλω να περάσω.
     Της Κυριακής λοιπόν το μεσημέρι την πόρτα μου την χτύπησε ένας εξάδελφος ο οποίος επέλεξε τις φετινές του διακοπές να τις περάσει γνωρίζοντας την Ευρώπη. Και μια που βρέθηκε «κοντά», ένιωσε ηθική του υποχρέωσή να ανάψει ένα κερί στον τάφο του πατέρα μου. Χάθηκε όμως ανάμεσα στις πολλές ταφόπλακες του κοιμητηρίου της πόλης μου και κάπως έτσι αποφάσισε πως πρέπει να με βρει και να με παρακαλέσει να τον οδηγήσω εκεί όπου ήθελε απ’ την αρχή να πάει. Όλοι οι υπόλοιποι οι συγγενείς τον αποτρέπανε να κάνει αυτό το βήμα. Τους είχα αποκλείσει του είπανε απ’ τη ζωή μου και τους έκλεισα οριστικά την πόρτα. Κι ο ευλογημένος ο εξάδελφος μου είπε πως σκέφτηκε : «Τι είχα και τι πρόκειται να χάσω? Μια πόρτα κλειστή ξέρω πως έχω και στην χειρότερη περίπτωση έτσι θα παραμείνει. Οφείλω στον εαυτό μου να προσπαθήσω.». Και προσπάθησε. Έκπληκτος ανακάλυψε πως έπρεπε … να ψάξει για να με βρει. Ώσπου τελικά με βρήκε. Και άνοιξε διάπλατα η πόρτα μου και η αγκαλιά μου κι εκείνος σάστισε. Δεν την περίμενε αυτήν την υποδοχή. Ούτε κι εγώ περίμενα ν’ ακούσω από το στόμα του πως τόσα χρόνια δεν έμαθαν ποτέ τους για τον χωρισμό. Και ούτε περίμενα πως αυτός που έμεινε πίσω, θέλοντας να με αναγκάσει να γυρίσω γιατί δεν άντεχε ίσως την αποχώρησή μου, έντεχνα και κακόβουλα, τις τρεις μοναδικές φορές που οι δικοί μου άνθρωποι προσπάθησαν να επικοινωνήσουνε μαζί μου, τους κράτησε όσο πιο μακριά μπορούσε. Μέχρι που αποθαρρύνθηκαν αυτοί οριστικά δίχως να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη.
    Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, έφυγαν απ' τη ζωή δύο νεότατες ξαδέλφες μου, εκ των οποίων η μία υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχουνε φύγει απ' τη ζωή θείες και θείοι. Έφυγε η μητέρα μου που τόσο αγαπούσαν. Απομείναμε τόσο λίγοι από ένα μεγάλο σόι.
...
     Σε κάποια προσπάθειά μου να γεμίσω το κενό που ένιωθα, πέρσι κάθισα και πάλι στα θρανία βάζοντας πλώρη για όσα πριν από χρόνια έχασα στο θέμα της εκπαίδευσης. Σκεφτόμουν πως αν καταφέρω τελικά πριν το Αλσχάϊμερ που εδώ και λίγα χρόνια με φλερτάρει να πάρω αυτό το δόλιο το απολυτήριο Λυκείου, το οποίο στοίχειωνε πάντα μια γωνίτσα του μυαλού μου, θα συνεχίσω ακάθεκτη για να εκπληρώσω επιτέλους το όνειρό μου. Φέτος θα ζωγραφίζω και πάλι στο θρανίο μου κάθε φορά που ο νους θα φεύγει έξω απ΄ το παράθυρο της τάξης μου, μα οι ζωγραφιές μου θα είναι διαφορετικές. Και θα τις χρωματίζω εκμεταλλευόμενη τον σεβασμό που οι καθηγητές μου δείχνουν. Και κάθε φορά που θα παίρνω τους βαθμούς μου, κάπου θα έχω να τους δείξω εκτός από τις κόρες μου.
     

     Άγνωστε αναγνώστη μου. Είναι ένα παζλ η ζωή μας. Πάντοτε, απ’ τα μικράτα μου, έτσι την παρομοίαζα. Σκεφτόμουν πως δεν γίνεται να τελειώσεις ένα παζλ με τα κομμάτια κάποιου άλλου. Σκεφτόμουν πως έστω κι ένα κομμάτι να λείπει απ΄ το δικό σου παζλ, πρέπει να ψάξεις να το βρεις και να το ολοκληρώσεις. Δεν μου αρέσουνε οι συμβουλές, μα μερικές φορές πέφτω κι ΄γω σ΄αυτό το λούκι και συμβουλεύω. Πρόσεξε λοιπόν: Να είσαι νοικοκύρης με τα κομμάτια του δικού σου παζλ και τα προσέχεις μην τυχόν και σου χαθεί κανένα. Να έχεις πολύ υπομονή με τα κομμάτια του δικού σου παζλ και να τα προστατεύεις με αγάπη από τις οποιεσδήποτε φθορές που φέρνει ο χρόνος μέχρι να το ολοκληρώσεις. Να εμπιστεύεσαι το πέρασμα του χρόνου και τις δικές σου δυνατότητες, και να θυμάσαι πως έχεις αντοχές που δεν γνωρίζεις και πως το καλό πάντα καλό θα φέρνει όπως συμβαίνει το ίδιο και με το κακό. Να επικεντρώνεσαι μονάχα στο δικό σου παζλ κι όταν θα το τελειώσεις να είσαι σίγουρος πως θα κληροδοτηθεί σ’ αυτούς που ακολουθούνε οι οποίοι κάτι θα διδαχθούν από αυτό και κάτι θα έχουν να θυμούνται από ΄σένα.
    
    Κάτι τέτοιες στιγμές, χαίρομαι πολύ που οι μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου μπορούν να σκορπούν και να ταξιδεύουν ανάμεσα σε ανθρώπους μέσα στο χρόνο και να τους ψιθυρίζουνε στο αυτί πως δεν είναι οι μόνοι που έχουνε προβλήματα. Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτούς και το παλεύουν.

     Είμαι η Ζωή και τώρα πια ξέρω πως η ΖΩΗ τελικά, συγχωρεί τους πολύ τολμηρούς, τους τρελούς και τις αξίες! 
Να το θυμάσαι αυτό.

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Το μπλέντερ ή αλλιώς "αγκαλιά" κατά την βοήθεια του κοινού ;)

   Αποτέλεσμα εικόνας για συναισθήματα ανάμεικτα εικόνες

   Στην ενορία μου, όταν τυχαίνει και εκκλησιάζομαι, πάντοτε φεύγω με ένα περίεργο αίσθημα. Είναι σα να τοποθετώ κάθε φορά μέσα σε μπλέντερ, διάφορα συναισθήματα μαζί, κι ύστερα από το "δι΄ευχών ..." και το αντίδωρο που δίνει ο παπάς, γυρίζοντας στο σπίτι, κοινωνώ όλα αυτά που αναμείχθηκαν στο μπλέντερ μου.

  Δεν γνωρίζω τίποτα από βυζαντινή μουσική και ανέκαθεν θεωρούσα ότι η εκμάθησή της ήταν πολύ πιο δύσκολη από την εκμάθηση αυτής που λέμε κλασική. Απολαμβάνω ωστόσο τους ρυθμούς που ακούω από τον ιερέα και από τους ψάλτες κι ακόμα περισσότερο απολαμβάνω το ίσον που κρατούν αυτοί που βοηθούν όση ώρα διαρκεί η λειτουργία. 
Βάζω μέσα στο μπλέντερ μου γι' αρχή γαλήνη, νημεμία, πραότητα και ηρεμία. Λέξεις συνώνυμες που ωστόσο κάτι διαφορετικό η καθεμιά προσδίδει.
   
   Δεν καταφέρνω ποτέ μου να εστιάσω μέχρι το τέλος σ' αυτά που ακούω μιας και ο αλήτης νους δραπετεύει διαρκώς και δίχως να υπολογίζει τις απεγνωσμένες προσπάθειες της ψυχής να τον κρατήσει μέσα σε πλαίσια όπως κρατά το σώμα το οποίο υπομονετικά και ράθυμα υπακούει.
Κι έτσι μέσα στο μπλέντερ μου προστίθεται η προσπάθεια, το παίδεμα, οι τύψεις και η απόγνωση στο τέλος της ψυχής για το ανυπάκουο μυαλό που συνέχεια ξεγλιστράει. 

   Κοιτώ μόνο μπροστά μου και παρατηρώ αυτούς που βρίσκονται στο οπτικό μου το πεδίο. Δεν βλέπω τι φορούν, δεν με αφορά αυτό. Δεν βλέπω αν με τους διπλανούς συνομιλούν και αν χαζεύουν. Ούτε κι αυτό με αφορά. Κοιτώ μονάχα την στάση που παίρνει διαρκώς το σώμα των ανθρώπων και μου αρέσει να παρατηρώ τα χέρια τους και πως γέρνει το κεφάλι πότε από τη μια πλευρά και πότε από την άλλη. Περισσότερο απ' όλα όμως μου αρέσει να παρατηρώ (όταν μπορώ), τις ρυτίδες του προσώπου που με τα χρόνια σχηματίζονται δίπλα στ' αυτιά. Εύλογα τώρα θα ρωτήσεις άγνωστε αναγνώστη μου, αυτό γιατί το κάνω. Δεν έχω συγκεκριμένη απάντηση να δώσω. 
Δέος και θαυμασμό προσθέτω μες το μπλέντερ μου ωστόσο από την παρατήρηση μου αυτή. Μόνο δέος και θαυμασμό!

   Μετά το τέλος της λειτουργίας, έχω τόσες καλημέρες να ανταλλάξω με τους γείτονες που καμιά φορά σκέφτομαι πως και μόνο αυτό αξίζει τον κόπο να σηκωθώ από το κρεβάτι μου τα πρωινά της Κυριακής.
Τώρα πολλά μαζεμένα τα συναισθήματα που παίρνουν την σειρά τους να μπουν μέσα στο μπλέντερ μου. Είναι πρωτίστως η ευγνωμοσύνη για ... όσες καλημέρες, είναι η χαρά γι' αυτές, το αμοιβαίο ενδιαφέρον και το νοιάξιμο που όλοι το εισπράττουμε καθώς επίσης και η οικειότητα που ο καθένας νιώθει με τους άλλους. Είναι κι άλλα πολλά, όμοια μ' αυτά τα συναισθήματα κι απροσδιόριστα για κάποιο λόγο.


Αποτέλεσμα εικόνας για γιαγιά αναγνωστικό εικόνες


   Σήμερα έκλεψε ματιά και σκέψη μια υπέροχη εικόνα που και αυτή με την σειρά της έβαλε κι άλλα συναισθήματα στο παράξενο αυτό μπλέντερ μου. Και η εν λόγω εικόνα ήτανε μια γιαγιά όπως αυτές που βγαίνουν από το αναγνωστικό της πρώτης τάξης των δικών μου χρόνων. Ή μάλλον ήταν η τεράστια η αγκαλιά της που χώρεσε τρία μικρά αγγελούδια. Τα εγγονάκια της, τα οποία την κοιτάγανε με δέος μες τα μάτια και της χαϊδεύανε τον κότσο που ΄χε πιασμένα τα κάτασπρα μαλλιά της.
"Πάγωσα" αμέσως την εικόνα και την "ζούμαρα" για να την απολαύσω. Άνοιξα και το μπλέντερ μου για να προσθέσω : 
Ζήλια για το μέγεθος της αγκαλιάς και τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά την γέμιζαν.
Ελπίδα πως όσο θα μεγαλώνουν και τα δικά μου εγγόνια τόσο και η δική μου αγκαλιά θα μεγαλώνει
Αισιοδοξία για το πως όσο θα υπάρχουνε παιδιά σ' αυτόν τον κόσμο θα υπάρχει και αγάπη και πως αυτή δεν πρόκειται ποτέ να εκλείψει απ΄το ανθρώπινο το γένος. 
Ευθυμία βλέποντας τις γκριμάτσες και τα "σπρωξίματα" των παιδιών μην τύχει και βρεθούν έξω από την αγκαλιά και από την θαλπωρή και την ασφάλεια της.
Έμπνευση για να κρατήσω μες το χρόνο αυτήν την όμορφη εικόνα γράφοντας τούτες τις γραμμές, και να θυμάμαι πόσο μικρή ήταν τελικά κάποτε η αγκαλιά μου.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

δάσκαλε, τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;


     Ο γερό Maktoub κάθισε σε έναν βράχο στην έρημο του Γιουκατάν για να ξαποστάσει μαζί με τους φίλους του. Ο Μετράμπ, ο νεότερος της παρέας, σπάζοντας την σιωπή τον ρώτησε, «δάσκαλε τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;».
     O Μάγος, πήρε ένα κλαδί που βρήκε κοντά του και επάνω στην άμμο σχημάτισε έναν κύκλο με τις δυο πλευρές του ανοιχτές. “Όλη η ισορροπία στο σύμπαν βασίζεται σε ενεργειακούς κύκλους, που για να είναι σε τροχιά ισορροπίας πρέπει να είναι κλειστοί. Αν για παράδειγμα ένας πλανήτης εκραγεί και σπάσει ο κύκλος, τότε θα καταστρέψει ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, όπου η σταθερότητά του βασίζεται σε ισορροπημένους ομόκεντρους κύκλους.”
     – Και όταν μιλούν οι άνθρωποι για κύκλους τι εννοούν, ρώτησε η Λάναρ.
      “Οι άνθρωποι είναι μέρος μιας αλυσίδας που αποτελείται από κύκλους, είπε ο Μακτούμπ. Αν κάποιος δεν είναι κλειστός η κοινωνία των φίλων δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά!”
      “Αν δύο άνθρωποι διαπιστώνουν ότι ο ενεργειακός κύκλος δεν είναι κλειστός, πρέπει να τον κλείσουν αμέσως γιατί εκτός του ότι κάνει κακό και στους δύο, κάνει κακό και στο περιβάλλον τους που δεν φταίει σε τίποτα. Το μόνο κακό είναι ότι δεν μπορεί να τον κλείσει μόνο ο ένας, πρέπει να τον κλείσουν και οι δύο μαζί. Ακόμα και αν πονάει. Είναι καλό για όλους και σύντομα θα είναι καλό και για τους δύο.”
      “Παράξενα τα λόγια σου σήμερα γέροντα”, είπε ο Κάζαρ. “Δεν τα καταλαβαίνω…”.
      “Παιδί μου”, είπε ο Μακτούμπ, “οι σχέσεις των ανθρώπων καμιά φορά είναι τόσο περίπλοκες, που δεν τις καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Όταν δεν τις καταλαβαίνουν, πρέπει να μιλούν ανοιχτά και ειλικρινά, ώστε να κλείσουν τον κύκλο.”
     “Αυτό είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνεις, αλλά το νιώθεις. Κάνε υπομονή μέχρι να σου συμβεί. Σε όλους συμβαίνει στο ταξίδι της ζωής”. Πήρε και πάλι το κλαδί, στο κουρασμένο δεξί χέρι και έκλεισε τον κύκλο στην άμμο. Τότε στην θέα του κλειστού κύκλου, ένιωσαν όλοι τι εννόησε. Ο κλειστός κύκλος πάντα γαληνεύει.

Maktoub: The pilgrimage of The Mad Man




Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Τι είπα και τι σκέφτηκα

   Σήμερα, (μόλις πριν λίγο), εμπέδωσα τι πάει να πει πως όλα είναι μπούμεραγκ μες τη ζωή και πως ότι κι αν κάνεις πίσω σε ΄σένα και πάλι θα επιστρέψει. 
    Μ' αξίωσε ο Θεός να φανώ κι εγώ χρήσιμη σε κάποιον που έτυχε να έχει την ανάγκη των ανθρώπων. Η αξιοπρέπεια ωστόσο, επέβαλε να κάνει μια κίνηση γιατί αισθάνθηκε άσχημα υποθέτω, και άνοιξε δειλά το πορτοφόλι.
   Σκέφτηκα : "Μη μου το κάνεις εμένανε αυτό. Όχι πως με προσβάλλεις. Όχι πως δεν καταλαβαίνω αυτήν την κίνηση που κάποτε έκανα κι εγώ γιατί ποτέ δε μου άρεσε να νιώθω υποχρεωμένη σ' οποιονδήποτε. Απλά. Μη μου το κάνεις γιατί ξέρω. Ξέρω πως είναι να είσαι στο μηδέν και πολύ πιο κάτω απ' αυτό και να ξεκινάς με όλα τα μειονεκτήματα τα οποία ούτε να υποθέσεις άλλοτε δεν μπορούσες. Ξέρω πως είναι να βρίσκεσαι πιο κάτω από τον πάτο του δικού σου βαρελιού. Και να συνεχίζεις να σκάβεις με τα νύχια σου για να βρεθείς ακόμη παρακάτω απ' όπου ήδη βρίσκεσαι έχοντας φλάμπουρο αυτήν την ρημάδα αξιοπρέπειά σου. "
     Είπα : "Μη. Δεν έχει αξία αυτό για ΄μένανε. Το βλέπεις! Δεν το βλέπεις? Είναι στην αποθήκη μου κι εκεί θα παραμείνει μέχρι ο σκουπιδιάρης να το βρει στον κάδο των αχρήστων." 
Και το εννοούσα.
    Σκέφτηκα : "Θυμάσαι εκείνη την καρέκλα που είδες κάποτε δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών? Θυμάσαι πόσο πολύ την χρειαζόσουνα μες το άδειο σου το σπίτι γιατί σίγουρα θα σε ξεκούραζε? Ίσως ή μέση σου να μην πονούσε τόσο σήμερα. Και ίσως να ήσουν πιο ευκίνητη και πιο ξεκούραστη απ' ότι τώρα είσαι." 
   Είπα : "Κοίτα. Δεν γίνεσαι εσύ φτωχή, ούτε κι εγώ θα γίνω πλούσια με τα 50, ή 100, ή και 200 ευρώ που θα μου δώσεις".
    Σκέφτηκα : "Θεέ μου! Πόση ανάγκη είχα κι εγώ κάποτε για την πολυτέλεια ενός τέτοιου ψυγείου!!! Πόση ανάγκη είχα για ένα μάτι ηλεκτρικό προκειμένου να φτιάξω μια σούπα μήπως και καταφέρω τον πυρετό μου να καλμάρω? Πόση ανάγκη είχα από μια κουβέρτα για να ζεσταθώ εκείνη τη βραδιά την οποία δεν πρόκειται ποτέ μου να ξεχάσω! Εκείνη τη βραδιά που πάγωνα και ο Μορφέας δεν έλεγε επίσκεψη να κάνει στο σπιτικό που από το τίποτα προσπάθησα να στήσω... ΄Πόση ανάγκη είχα από μια αγκαλιά, από μία μοναχά κουβέντα, από ένα "μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ για σένα", από ένα "όλα καλά θα πάνε, να το ξέρεις", από, από, από ..." 
    Είπα : "Ξέρω. Δε λέω πως έχεις την ανάγκη μου. Λέω μονάχα πως σαπίζουν όλα αυτά στην αποθήκη μου. Πάρε ό,τι χρειάζεσαι και μη διστάζεις.."
    Σκέφτηκα : "Θεέ μου!!! Πόσες φορές την ημέρα θα πρέπει να σου λέω ευχαριστώ? Τι πρέπει τάχα να κάνω για να ξεπληρώσω??? "' 

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Παραδέξου το! Φοβάσαι!


     Για χρόνια, το αίσθημα πληρότητας που νιώθεις, άλλοτε ανεβάζει στα ύψη τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμησή σου με ό,τι έχεις καταφέρει μέχρι σήμερα, κι άλλοτε, σε κάνει να νιώθεις πως στο σκηνικό της ζωής σου κάτι απροσδιόριστο λείπει. Πρέπει λοιπόν να εμβαθύνεις λιγάκι ποιο ουσιαστικά σ' αυτό το κάτι, προκειμένου να το κατανοήσεις, να το αγκαλιάσεις, να το ενσωματώσεις -αν όχι στην καθημερινότητά σου- στις στιγμές που θέλεις με παρουσίες να γεμίζεις. Μα έχεις τόσα και άλλα τόσα να σκεφτείς που δε σου μένει ο απαιτούμενος ο χρόνος ν' ασχοληθείς με τα "απροσδιόριστα τα κάτι" σου. Κυλάει ο καιρός και συνεχίζεις απροσδιόριστα να τα αποκαλείς και στο περιθώριο να τ' αφήνεις. 
     Μέχρις ότου, καθόλου ξαφνικά, μα αργά αργά και ύπουλα, κάνει στο νου σου την εμφάνισή της η καλά κρυμμένη σκέψη σου και σου "πετάει" κατάμουτρα, πως η τέλεια ζωή σου τελικά, δεν είναι και τόσο τέλεια όσο κι αν προσπαθείς γι' αυτό να πείσεις τον φτωχούλη εαυτό σου. Μαζεύεσαι, κουμπώνεσαι ως το λαιμό κι απομακρύνεσαι σιγά σιγά και σταθερά από τον κόσμο γύρω σου για να ακούσεις λίγο πιο καθαρά, χωρίς παράσιτα την σκέψη σου.
     Μεγάλωσες και παραξένεψες? Όχι. Απλά αυτό το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα σου βγήκε βίαια -μα όχι αναίτια- στην επιφάνεια και σ' έπνιξε.        

    Μετράς, ξαναμετράς τους φίλους σου και νιώθεις ένα σφίξιμο στο άδειο σου στομάχι. Με πόσους θα ΄θελες πραγματικά να είσαι και από πόσους που ήδη υπάρχουν στη ζωή σου θα ΄θελες ν' κρατήσεις αποστάσεις? Και νιώθεις τότε κι άλλο σφίξιμο. Και πόνο. Και τύψεις νιώθεις... Για όλους αυτούς που θα ΄θελες να απομακρυνθείς να να κρατήσεις σε μία απόσταση από τη ζωή σου. Για όλους αυτούς που προτιμάς αντί για την παρέα τους, το άδειο σπίτι σου και τα βιβλία. 
   Κάπου εκεί, ανάμεσα στις τύψεις, τον πόνο και το σφίξιμο, βάζεις σε λειτουργία την μοιραία ζυγαριά σου και πάλι τις καταστάσεις να ζυγίσεις. Τοποθετείς στην μια μεριά το νοιάξιμο και τις συνεχείς εκπλήξεις που κάνουν στη ζωή σου οι αγαπημένοι φίλοι σου, κι από την άλλη βάζεις τ' ανούσια και ... βεβιασμένα θα ΄λεγε κανείς, τα γέλια σας, τις άσκοπες τις συζητήσεις "περί ανέμων και υδάτων" που πολύ σε κούρασαν. Προσθέτεις δε στα αρνητικά και την εμμονή τους με τα κινητά κι αποφασίζεις πως τα βιβλία είναι τελικά η καθ' όλα ήρεμη και η εποικοδομητική παρέα που χρειάζεσαι. 
     Έξω από τη ζυγαριά αφήνεις -ευτυχώς- δυο τρία άτομα. Μη διαθέσιμα για όταν τα χρειάζεσαι λόγω υποχρεώσεων και με λιγότερες εκπλήξεις και παρεϊστικες στιγμές που είναι το οξυγόνο σου. Και τότε λυπάσαι λίγο μα η ανακούφιση είναι εκείνη που επικρατεί στο τέλος. Δεν είσαι μόνη...
    Ξεχωρίζεις δε, αυτόν τον έναν που δηλώνει με τον τρόπο του εδώ και χρόνια, αβίαστα και διακριτικά, παρών στην "άψογη" ζωή σου. Η γαλήνη και η σοβαρότητα που εκπέμπει, ξέρεις πολύ καλά πως είναι ό,τι πραγματικά χρειάζεσαι κι έχεις ανάγκη, μα συγχρόνως κι ό,τι ενδόμυχα φοβάσαι να γνωρίσεις. Μην τύχει και "εθιστείς" σ' αυτήν την ηρεμία και γαλήνη, μην τύχει και αλλάξει το "ζωντανό" του χαρακτήρα σου. 
      Κι έτσι, όταν, καθόλου ξαφνικά, μα αργά αργά και ύπουλα, κάνει στο νου σου την εμφάνισή της αυτή η καλά κρυμμένη σκέψη σου, για να σου πει κατάμουτρα πως η τέλεια τελικά ζωή σου δεν είναι και τόσο τέλεια όπως αυθαίρετα την βάφτισες, σκέφτεσαι -και πάλι- πως, αν μη τι άλλο, αέρας πάντα θα υπάρχει στην ατμόσφαιρα για ν΄ ανασαίνεις. Δεν γίνεται οι άνθρωποι τριγύρω σου όλοι να πνίγονται σε μια κουταλιά νερό όπως εσύ φοβάσαι πως θα πνιγείς αν για το άγνωστο ταξίδι ξεκινήσεις. Ούτε και γίνεται να συνεχίσεις να κρύβεσαι πίσω απ' το μικροσκοπικό σου δάκτυλο. 
     Άλλωστε, εσύ δεν είσαι που διαλαλείς πως η ζωή είναι γεμάτη από προκλήσεις στις οποίες αν θες να λες πως είσαι ζωντανός πρέπει ν' ανταποκρίνεσαι?

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η "Αγγελικούλα" μου...


   Λες «Πέρασε μια βαρυχειμωνιά και το φαινομενικά σκληρό κορμάκι του δεν άντεξε. Πάγωσε μέσα στην τόση παγωνιά... 
Κι η παγωνιά μάλλον θα έφτασε ως τα ριζά του γιατί ούτε ένα φυλλαράκι φέτος δεν μου "πέταξε"… »

   Λυπάσαι. 
...

   Ίσως να κύλησε κι ένα δάκρυ για τον κύκλο που  τόσο πρόωρα έκλεισε. 
  Ίσως το λιγοστό το άρωμα που άφησε στη γωνίτσα του πέρσι το καλοκαίρι, να ευωδιάζει νοερά τις καλοκαιρινές σου νύχτες φέτος κι αυτό να σου είναι αρκετό. (?)
...
   Ύστερα από προσπάθειες μηνών, και πάλι λες : «Σήμερα, μετά από τον πρωινό καφέ μου, πρέπει να ζωντανέψω τη γωνίτσα αυτή με άλλη ζωή.»
   Πίνεις τον καφέ, φοράς τα γάντια και ετοιμάζεις τα λιγοστά σου σύνεργα. 
Πλησιάζεις και ... να ΄την και πάλι η έκπληξη που είχε ανάγκη η ψυχή σου για ν΄ ανθίσει!!!
   Είναι εδώ, μαζί σου! Στην ίδια τη γωνίτσα, η ίδια η ζωή δίχως αντικατάσταση καμία! Μία ... ξεγυμνωμένη και ανίσχυρη μπροστά στα μάτια σου ζωή. Έτσι όπως πάντα ήτανε και προσπαθούσε να το κρύψει με την πλουμιστή τη φορεσιά της.
   Τι κι αν δεν προλάβει άνθη κι αρώματα να σκορπίσει τα όμορφα φετινά καλοκαιρινά σου βράδια? 

Ποιος άλλωστε χρειάζεται επαναλήψεις κι αντιγραφές αυτών που πέρασαν για να ομορφύνει τη ζωή του?

Σημείωση : "Αγγελικούλα" λέγεται το όμορφο φυτό μου!!!


Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Επιλογές για το ταξίδι μου


Άγνωστε αναγνώστη μου
Κρατώ στην αγκαλιά μου όλη τη σοφία αυτού του κόσμου. Περιπλανιέμαι στις λεωφόρους της, τους δρόμους της και τα σοκάκια της. Καμιά φορά ξεφεύγω από τους δρόμους και άθελά μου μπλέκομαι σε μονοπάτια που οδηγούν άλλοτε σε ξέφωτα υπέροχα στα οποία μένω για ώρες, μέρες και βδομάδες (καμιά φορά και μήνες δεν το κρύβω), κι απολαμβάνω έκθαμβη και μαγεμένη όλο αυτό το "φως" που τυφλώνει μεν την όρασή μου αλλά ανοίγει τα άλλα μάτια. Εκείνα του μυαλού μου. Άλλοτε πάλι τα βήματά μου με οδηγούν σε κάτι θεοσκότεινες, τρομακτικές σπηλιές που με τρομάζουν. Και τότε σκιάζομαι κι απεγνωσμένα ψάχνω διέξοδο να φύγω. Να γλιτώσω.
Σήμερα, πίνοντας τον εύγευστο καφέ μου στην παγωμένη τη βεράντα μου, βρέθηκα και πάλι από μια λεωφόρο σε έναν δρόμο ο οποίος από λάθος χειρισμούς (ή και από περιέργεια, σ' αφήνω να μαντέψεις), με οδήγησε εκτός πορείας κι έπεσα πάνω σε δύο βιντεάκια που μοιράστηκα με φίλους ηλεκτρονικούς στο άλλο "σπιτικό" μου. Σκέφτηκα πως δεν θα ήταν δίκιο και πρέπον να μην τα μοιραστώ και με εσένα που καμιά φορά περνάς κι αφιερώνεις χρόνο από το χρόνο σου για να διαβάσεις αυτές τις μικρές και τις ασήμαντες τις σκέψεις μου. 
Προσαρτώ λοιπόν τα βιντεάκια αυτά, μαζί με έναν προβληματισμό μου που θα βρεις στις σημειώσεις που ακολουθούν.


και



Σημ.1 : Στο πρώτο βιντεάκι αυτός ο κόσμος δεν είναι κατάλληλος για τους έξυπνους ανθρώπους σαν εμένα.
Σημ.2 :   Στο δεύτερο βιντεάκι, το ταξίδι ... "απλώς" συνεχίζεται.
Σημ.3 :   Πειράζει πολύ που επιλέγω να μην είμαι τόσο έξυπνη και "απλώς" να προχωράω?

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Το 16ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας



Μάνα, Μητέρα και Μαμά μου

Οι αναμνήσεις λιγοστές απ’ τα μικράτα σου.
Ευάλωτο κλαράκι εσύ.
Κάποιος στα χέρια σε κουβάλαε για να σε προστατεύσει.
Άκουες σειρήνες, μου ΄λεγες στην συμπρωτεύουσα.
και σαν σε όνειρο, τον πανικό του κόσμου με μάτια ορθάνοιχτα
                                                                                        παρατηρούσες.

Άλλη εικόνα που ΄χες απ’ τα δύσκολα εκείνα χρόνια σου,
σε μια γωνιά ενός Ιδρύματος κοιτάς σαν τρίτος άνθρωπος
τώρα τον εαυτό σου.
Έτσι κακομοιριασμένο και ψωριάρικο όπως ήσουνα,
είχες από καιρό πια χάσει την ελπίδα,
το βλέμμα της η τύχη πως σε ΄σένανε θα το ‘ριχνε.
Προσπέρασε όμως κάποτε η Ζωή τους λιλιπούτιους συγκατοίκους σου
κι άπλωσε το χέρι στη ζωή να σε τραβήξει.

Οι θύμησές σου απ’ τον άντρα της Ζωής,
σημείο αναφοράς στη μετέπειτα ζωή σου.
Με νοσταλγία και αγάπη απύθμενη πάντα γι’ αυτόν μου μίλαες…
Άλλον πατέρα εσύ δεν γνώρισες,
μα ούτε και καλύτερο να φανταστείς μπορούσες.
Στους ώμους του συνέχεια σε κουβάλαε
και αντί να σου μιλά, σου σιγοτραγουδούσε.

Πέρασες λίγα χρόνια ξέγνοιαστα κι ανέμελα,
στην οικογενειακή τη θαλπωρή που οι δύο Άγιοι σου χαρίσαν.
Τούτο της μοίρας φαίνεται, διόλου δεν άρεσε
Και της ζωής το σκηνικό να σου αλλάξει επιθυμούσε.

Έπεσες αναπάντεχα από το θρόνο που στους δυο ώμους Του βρισκότανε.
Ορφάνεψες ξαφνικά κι απ’ το τραγούδι Του
που ο γνώριμός σου λόγος ήταν ως τα τότε.

Τώρα οι θύμησες θαρρείς πιο έντονα γινήκανε και το μυαλό αλύπητα το μαστιγώνουν.
Πλύστρα η Ζωή σε ξένες σκάφες μου ΄πες, κι ένα δάκρυ κύλησε
                                                                                     απ΄ τα ματιά σου…

Συμβιβασμούς απ’ τη ζωή που ονειρευότανε για ΄σένα δεν τους δέχθηκε
τίποτα δεν ήθελε και πάλι να σου λείψει.
Και δεν σου έλειψε!
Καλοαναθρεμένη σε μεγάλωσε
παρ’ όλες τις δικές της τις στερήσεις.

Κι όσο τα χρόνια πέρναγαν μεταμορφώθηκες,
κι έγινες ένας ολόφωτος και εκτυφλωτικός για την Ζωή σου ήλιος.
Απ’ των θεών  παρέκκλινες το σχέδιο
πάνω στη γη μαζί με τους κοινούς ανθρώπους μονάχη περπατούσες.

Περνάγανε τα χρόνια και να ΄σου η μοίρα που σου ξαναχαμογέλασε!
Στο δρόμο σου ένας άλλος Άγιος σε πήρε από το χέρι.
Με γέννες τρεις βλογήθηκες κι η ομορφιά σα να γιγάντωσε.
Όχι μονάχα αυτή που στων πολλών τα μάτια ήταν ορατή, μα και εκείνη της ψυχής σου.

Στόχος και πάλι έγινες εσύ και ο πατέρας μου
από την μοίρα που κρυφά παραφυλούσε.
Να δραπετεύσεις απ’ την ύπουλη παγίδα που σου έστησε προσπάθησες
και με τον σκοτεινό του Χάροντα μανδύα έδινες μάχες.
Αρχίνησες σ’ Αγίους τάματα και οι προσευχές σου δυναμώσανε
τα δυο από τα τρία σου παιδιά να σώσεις. 

Κάποτε οι θύμησές σου έφτασαν στο τέλος τους
Και απ’ τη ζωής την κούραση προτίμησες την εύκολη τη λύση.

Μάνα, μητέρα και μαμά μου…

Έφυγες πρόωρα δίχως καθόλου να σκεφτείς τον «καπετάνιο» σου
κι ένα «γιατί?» στη θέση σου αναπάντητο απομένει.
Ένα «γιατί?» τα όπλα να καταθέσεις βιάστηκες
κι αφέθηκες στο άδοξό σου τέλος.
Εκεί…
σ’ ένα άλλο Ίδρυμα που μόνη σου επέλεξες ο κύκλος σου ΕΚΕΙ να κλείσει…


   Σημ. Αυτή ήταν η ιστορία της ζωής της μητέρας μου της οποίας η ακριβής ηλικία και τα γενέθλιά της παρέμειναν μέχρι το θάνατό της άγνωστα, μιας και μετά από τον βομβαρδισμό του 1943 στην Θεσσαλονίκη, βρέθηκε σε ένα ορφανοτροφείο στο οποίο και καταγράφηκε αυθαίρετα, για ευνόητους λόγους, μια τυχαία ημερομηνία γέννησης (25 Δεκεμβρίου 1941). Δεν σκέφτηκα ποτέ κάτι να γράψω για την ζωή της. Μου έδειξε τον δρόμο όμως η "Πυργοδέσποινα" της blog-ο-γειτονιάς όπου βρέθηκα, κι εγώ δίχως καθόλου δισταγμούς, τον ακολούθησα. 
   Ότι παραπάνω αναγράφεται, βγήκε πηγαία και αυθόρμητα κι αν δεν θα συμμετείχε στο υπέροχο δρώμενο της Αριστέας ( https://princess-airis.blogspot.gr/2017/05/16o-Symposio-Poiisis14.html ) δεν θα επέστρεφα όχι μονάχα απλά για να το "χτενίσω" λιγουλάκι, αλλά ούτε καν να το διαβάσω.
   Γιατί με πόναγε και ίσως να με πονά για πάντα, παρ' όλο που την καταχώνιασα στα σκοτεινά την ιστορία της ζωής αυτής...
Λέξεις κλειδιά του δρώμενου : "μάνα", "μητέρα", "μαμά".


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Να σου πω το μυστικό? Έχει η καρδιά σου αφτιά για να τ' ακούσει?

Αποτέλεσμα εικόνας για γιαγιά παραμύθι εικόνες

Αυτοί στο τζάκι, εμείς στη βεράντα, με αυτοσχέδια παραμύθια, κοιτώντας τ' αστέρια...
"...
- Γιατί έκαθε το λάτιχο γιαγιάκα?
- Είπαμε Α...άλκι μου. Γιατί πάτησε το καρφάκι.
- Γιατί πάτηθε το καφάκι γιαγιάκα?
- Γιατί κάποιος Α...άκο μου το πέταξε στα χωράφια του κυρ-Τάσου αντί να το πετάξει στα σκουπίδια.

(Με χειρονομίες που ανέκαθεν με έκαναν να ερωτεύομαι τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο! Αλήθεια. Ποιος του τις έμαθε αυτές???)

- Κιο οδηγός γιαγιά πάτηθε το καφάκι?
- Όχι, απλά ο οδηγός Α...άκι μου, ήτανε μέσα στο πράσινο τρακτέρ που έπεσε, και κατά συνέπεια έπεσε κι εκείνος.
-Και μετάάάάάάάάάάάάά, γιαγιάκα Γουή? (Σου το 'χω πει αυτό άγνωστε αναγνώστη μου? Δεν άκουσα ποτέ πιο εύηχο το όνομά μου από ανθρώπου στόμα!)

-Μετά Α...κι μου, το πορτοκαλί το τρακτέρ που ήξερε τα χωράφια του κυρ-Τάσου και υπέθεσε πως κάτι κακό είχε συμβεί στο φιλαράκι του το πράσινο τρακτέρ, πήρε το δρόμο για τα χωράφια εκείνα γιατί και πάλι υπέθεσε πως κάποιος θα χρειαζόταν κάπου τη βοήθειά του. Είδε λοιπόν το πράσινο τρακτέρ πεσμένο κάτω, και παρακάλεσε τον δικό του οδηγό να καλέσει από το κινητό του ένα ασθενοφόρο για τον οδηγό του πράσινου τρακτέρ και έναν γερανό για το φιλαράκι του το πράσινο τρακτεράκι που το μόνο που ήθελε το δόλιο, ήταν να κάνει τη δουλειά του όσο πιο καλά μπορούσε και ήξερε!
-Ο, ο, ο, ο δηγός γιαγιάκια Γουή, του πάθινου τακτέλ, δεν πάτηθε καφί!
-Όόόχι Α...άκι μου, αλλά ..."
..."



Τι δημιουργικές γραφές και κουραφέξαλα!
Ζήσε στιγμές με ένα παιδί και μεγαλούργησε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Αποτέλεσμα εικόνας για βάθρο εικόνες