Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

δάσκαλε, τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;


     Ο γερό Maktoub κάθισε σε έναν βράχο στην έρημο του Γιουκατάν για να ξαποστάσει μαζί με τους φίλους του. Ο Μετράμπ, ο νεότερος της παρέας, σπάζοντας την σιωπή τον ρώτησε, «δάσκαλε τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;».
     O Μάγος, πήρε ένα κλαδί που βρήκε κοντά του και επάνω στην άμμο σχημάτισε έναν κύκλο με τις δυο πλευρές του ανοιχτές. “Όλη η ισορροπία στο σύμπαν βασίζεται σε ενεργειακούς κύκλους, που για να είναι σε τροχιά ισορροπίας πρέπει να είναι κλειστοί. Αν για παράδειγμα ένας πλανήτης εκραγεί και σπάσει ο κύκλος, τότε θα καταστρέψει ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, όπου η σταθερότητά του βασίζεται σε ισορροπημένους ομόκεντρους κύκλους.”
     – Και όταν μιλούν οι άνθρωποι για κύκλους τι εννοούν, ρώτησε η Λάναρ.
      “Οι άνθρωποι είναι μέρος μιας αλυσίδας που αποτελείται από κύκλους, είπε ο Μακτούμπ. Αν κάποιος δεν είναι κλειστός η κοινωνία των φίλων δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά!”
      “Αν δύο άνθρωποι διαπιστώνουν ότι ο ενεργειακός κύκλος δεν είναι κλειστός, πρέπει να τον κλείσουν αμέσως γιατί εκτός του ότι κάνει κακό και στους δύο, κάνει κακό και στο περιβάλλον τους που δεν φταίει σε τίποτα. Το μόνο κακό είναι ότι δεν μπορεί να τον κλείσει μόνο ο ένας, πρέπει να τον κλείσουν και οι δύο μαζί. Ακόμα και αν πονάει. Είναι καλό για όλους και σύντομα θα είναι καλό και για τους δύο.”
      “Παράξενα τα λόγια σου σήμερα γέροντα”, είπε ο Κάζαρ. “Δεν τα καταλαβαίνω…”.
      “Παιδί μου”, είπε ο Μακτούμπ, “οι σχέσεις των ανθρώπων καμιά φορά είναι τόσο περίπλοκες, που δεν τις καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Όταν δεν τις καταλαβαίνουν, πρέπει να μιλούν ανοιχτά και ειλικρινά, ώστε να κλείσουν τον κύκλο.”
     “Αυτό είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνεις, αλλά το νιώθεις. Κάνε υπομονή μέχρι να σου συμβεί. Σε όλους συμβαίνει στο ταξίδι της ζωής”. Πήρε και πάλι το κλαδί, στο κουρασμένο δεξί χέρι και έκλεισε τον κύκλο στην άμμο. Τότε στην θέα του κλειστού κύκλου, ένιωσαν όλοι τι εννόησε. Ο κλειστός κύκλος πάντα γαληνεύει.

Maktoub: The pilgrimage of The Mad Man




Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Τι είπα και τι σκέφτηκα

   Σήμερα, (μόλις πριν λίγο), εμπέδωσα τι πάει να πει πως όλα είναι μπούμεραγκ μες τη ζωή και πως ότι κι αν κάνεις πίσω σε ΄σένα και πάλι θα επιστρέψει. 
    Μ' αξίωσε ο Θεός να φανώ κι εγώ χρήσιμη σε κάποιον που έτυχε να έχει την ανάγκη των ανθρώπων. Η αξιοπρέπεια ωστόσο, επέβαλε να κάνει μια κίνηση γιατί αισθάνθηκε άσχημα υποθέτω, και άνοιξε δειλά το πορτοφόλι.
   Σκέφτηκα : "Μη μου το κάνεις εμένανε αυτό. Όχι πως με προσβάλλεις. Όχι πως δεν καταλαβαίνω αυτήν την κίνηση που κάποτε έκανα κι εγώ γιατί ποτέ δε μου άρεσε να νιώθω υποχρεωμένη σ' οποιονδήποτε. Απλά. Μη μου το κάνεις γιατί ξέρω. Ξέρω πως είναι να είσαι στο μηδέν και πολύ πιο κάτω απ' αυτό και να ξεκινάς με όλα τα μειονεκτήματα τα οποία ούτε να υποθέσεις άλλοτε δεν μπορούσες. Ξέρω πως είναι να βρίσκεσαι πιο κάτω από τον πάτο του δικού σου βαρελιού. Και να συνεχίζεις να σκάβεις με τα νύχια σου για να βρεθείς ακόμη παρακάτω απ' όπου ήδη βρίσκεσαι έχοντας φλάμπουρο αυτήν την ρημάδα αξιοπρέπειά σου. "
     Είπα : "Μη. Δεν έχει αξία αυτό για ΄μένανε. Το βλέπεις! Δεν το βλέπεις? Είναι στην αποθήκη μου κι εκεί θα παραμείνει μέχρι ο σκουπιδιάρης να το βρει στον κάδο των αχρήστων." 
Και το εννοούσα.
    Σκέφτηκα : "Θυμάσαι εκείνη την καρέκλα που είδες κάποτε δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών? Θυμάσαι πόσο πολύ την χρειαζόσουνα μες το άδειο σου το σπίτι γιατί σίγουρα θα σε ξεκούραζε? Ίσως ή μέση σου να μην πονούσε τόσο σήμερα. Και ίσως να ήσουν πιο ευκίνητη και πιο ξεκούραστη απ' ότι τώρα είσαι." 
   Είπα : "Κοίτα. Δεν γίνεσαι εσύ φτωχή, ούτε κι εγώ θα γίνω πλούσια με τα 50, ή 100, ή και 200 ευρώ που θα μου δώσεις".
    Σκέφτηκα : "Θεέ μου! Πόση ανάγκη είχα κι εγώ κάποτε για την πολυτέλεια ενός τέτοιου ψυγείου!!! Πόση ανάγκη είχα για ένα μάτι ηλεκτρικό προκειμένου να φτιάξω μια σούπα μήπως και καταφέρω τον πυρετό μου να καλμάρω? Πόση ανάγκη είχα από μια κουβέρτα για να ζεσταθώ εκείνη τη βραδιά την οποία δεν πρόκειται ποτέ μου να ξεχάσω! Εκείνη τη βραδιά που πάγωνα και ο Μορφέας δεν έλεγε επίσκεψη να κάνει στο σπιτικό που από το τίποτα προσπάθησα να στήσω... ΄Πόση ανάγκη είχα από μια αγκαλιά, από μία μοναχά κουβέντα, από ένα "μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ για σένα", από ένα "όλα καλά θα πάνε, να το ξέρεις", από, από, από ..." 
    Είπα : "Ξέρω. Δε λέω πως έχεις την ανάγκη μου. Λέω μονάχα πως σαπίζουν όλα αυτά στην αποθήκη μου. Πάρε ό,τι χρειάζεσαι και μη διστάζεις.."
    Σκέφτηκα : "Θεέ μου!!! Πόσες φορές την ημέρα θα πρέπει να σου λέω ευχαριστώ? Τι πρέπει τάχα να κάνω για να ξεπληρώσω??? "' 

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Παραδέξου το! Φοβάσαι!


     Για χρόνια, το αίσθημα πληρότητας που νιώθεις, άλλοτε ανεβάζει στα ύψη τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμησή σου με ό,τι έχεις καταφέρει μέχρι σήμερα, κι άλλοτε, σε κάνει να νιώθεις πως στο σκηνικό της ζωής σου κάτι απροσδιόριστο λείπει. Πρέπει λοιπόν να εμβαθύνεις λιγάκι ποιο ουσιαστικά σ' αυτό το κάτι, προκειμένου να το κατανοήσεις, να το αγκαλιάσεις, να το ενσωματώσεις -αν όχι στην καθημερινότητά σου- στις στιγμές που θέλεις με παρουσίες να γεμίζεις. Μα έχεις τόσα και άλλα τόσα να σκεφτείς που δε σου μένει ο απαιτούμενος ο χρόνος ν' ασχοληθείς με τα "απροσδιόριστα τα κάτι" σου. Κυλάει ο καιρός και συνεχίζεις απροσδιόριστα να τα αποκαλείς και στο περιθώριο να τ' αφήνεις. 
     Μέχρις ότου, καθόλου ξαφνικά, μα αργά αργά και ύπουλα, κάνει στο νου σου την εμφάνισή της η καλά κρυμμένη σκέψη σου και σου "πετάει" κατάμουτρα, πως η τέλεια ζωή σου τελικά, δεν είναι και τόσο τέλεια όσο κι αν προσπαθείς γι' αυτό να πείσεις τον φτωχούλη εαυτό σου. Μαζεύεσαι, κουμπώνεσαι ως το λαιμό κι απομακρύνεσαι σιγά σιγά και σταθερά από τον κόσμο γύρω σου για να ακούσεις λίγο πιο καθαρά, χωρίς παράσιτα την σκέψη σου.
     Μεγάλωσες και παραξένεψες? Όχι. Απλά αυτό το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα σου βγήκε βίαια -μα όχι αναίτια- στην επιφάνεια και σ' έπνιξε.        

    Μετράς, ξαναμετράς τους φίλους σου και νιώθεις ένα σφίξιμο στο άδειο σου στομάχι. Με πόσους θα ΄θελες πραγματικά να είσαι και από πόσους που ήδη υπάρχουν στη ζωή σου θα ΄θελες ν' κρατήσεις αποστάσεις? Και νιώθεις τότε κι άλλο σφίξιμο. Και πόνο. Και τύψεις νιώθεις... Για όλους αυτούς που θα ΄θελες να απομακρυνθείς να να κρατήσεις σε μία απόσταση από τη ζωή σου. Για όλους αυτούς που προτιμάς αντί για την παρέα τους, το άδειο σπίτι σου και τα βιβλία. 
   Κάπου εκεί, ανάμεσα στις τύψεις, τον πόνο και το σφίξιμο, βάζεις σε λειτουργία την μοιραία ζυγαριά σου και πάλι τις καταστάσεις να ζυγίσεις. Τοποθετείς στην μια μεριά το νοιάξιμο και τις συνεχείς εκπλήξεις που κάνουν στη ζωή σου οι αγαπημένοι φίλοι σου, κι από την άλλη βάζεις τ' ανούσια και ... βεβιασμένα θα ΄λεγε κανείς, τα γέλια σας, τις άσκοπες τις συζητήσεις "περί ανέμων και υδάτων" που πολύ σε κούρασαν. Προσθέτεις δε στα αρνητικά και την εμμονή τους με τα κινητά κι αποφασίζεις πως τα βιβλία είναι τελικά η καθ' όλα ήρεμη και η εποικοδομητική παρέα που χρειάζεσαι. 
     Έξω από τη ζυγαριά αφήνεις -ευτυχώς- δυο τρία άτομα. Μη διαθέσιμα για όταν τα χρειάζεσαι λόγω υποχρεώσεων και με λιγότερες εκπλήξεις και παρεϊστικες στιγμές που είναι το οξυγόνο σου. Και τότε λυπάσαι λίγο μα η ανακούφιση είναι εκείνη που επικρατεί στο τέλος. Δεν είσαι μόνη...
    Ξεχωρίζεις δε, αυτόν τον έναν που δηλώνει με τον τρόπο του εδώ και χρόνια, αβίαστα και διακριτικά, παρών στην "άψογη" ζωή σου. Η γαλήνη και η σοβαρότητα που εκπέμπει, ξέρεις πολύ καλά πως είναι ό,τι πραγματικά χρειάζεσαι κι έχεις ανάγκη, μα συγχρόνως κι ό,τι ενδόμυχα φοβάσαι να γνωρίσεις. Μην τύχει και "εθιστείς" σ' αυτήν την ηρεμία και γαλήνη, μην τύχει και αλλάξει το "ζωντανό" του χαρακτήρα σου. 
      Κι έτσι, όταν, καθόλου ξαφνικά, μα αργά αργά και ύπουλα, κάνει στο νου σου την εμφάνισή της αυτή η καλά κρυμμένη σκέψη σου, για να σου πει κατάμουτρα πως η τέλεια τελικά ζωή σου δεν είναι και τόσο τέλεια όπως αυθαίρετα την βάφτισες, σκέφτεσαι -και πάλι- πως, αν μη τι άλλο, αέρας πάντα θα υπάρχει στην ατμόσφαιρα για ν΄ ανασαίνεις. Δεν γίνεται οι άνθρωποι τριγύρω σου όλοι να πνίγονται σε μια κουταλιά νερό όπως εσύ φοβάσαι πως θα πνιγείς αν για το άγνωστο ταξίδι ξεκινήσεις. Ούτε και γίνεται να συνεχίσεις να κρύβεσαι πίσω απ' το μικροσκοπικό σου δάκτυλο. 
     Άλλωστε, εσύ δεν είσαι που διαλαλείς πως η ζωή είναι γεμάτη από προκλήσεις στις οποίες αν θες να λες πως είσαι ζωντανός πρέπει ν' ανταποκρίνεσαι?

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η "Αγγελικούλα" μου...


   Λες «Πέρασε μια βαρυχειμωνιά και το φαινομενικά σκληρό κορμάκι του δεν άντεξε. Πάγωσε μέσα στην τόση παγωνιά... 
Κι η παγωνιά μάλλον θα έφτασε ως τα ριζά του γιατί ούτε ένα φυλλαράκι φέτος δεν μου "πέταξε"… »

   Λυπάσαι. 
...

   Ίσως να κύλησε κι ένα δάκρυ για τον κύκλο που  τόσο πρόωρα έκλεισε. 
  Ίσως το λιγοστό το άρωμα που άφησε στη γωνίτσα του πέρσι το καλοκαίρι, να ευωδιάζει νοερά τις καλοκαιρινές σου νύχτες φέτος κι αυτό να σου είναι αρκετό. (?)
...
   Ύστερα από προσπάθειες μηνών, και πάλι λες : «Σήμερα, μετά από τον πρωινό καφέ μου, πρέπει να ζωντανέψω τη γωνίτσα αυτή με άλλη ζωή.»
   Πίνεις τον καφέ, φοράς τα γάντια και ετοιμάζεις τα λιγοστά σου σύνεργα. 
Πλησιάζεις και ... να ΄την και πάλι η έκπληξη που είχε ανάγκη η ψυχή σου για ν΄ ανθίσει!!!
   Είναι εδώ, μαζί σου! Στην ίδια τη γωνίτσα, η ίδια η ζωή δίχως αντικατάσταση καμία! Μία ... ξεγυμνωμένη και ανίσχυρη μπροστά στα μάτια σου ζωή. Έτσι όπως πάντα ήτανε και προσπαθούσε να το κρύψει με την πλουμιστή τη φορεσιά της.
   Τι κι αν δεν προλάβει άνθη κι αρώματα να σκορπίσει τα όμορφα φετινά καλοκαιρινά σου βράδια? 

Ποιος άλλωστε χρειάζεται επαναλήψεις κι αντιγραφές αυτών που πέρασαν για να ομορφύνει τη ζωή του?

Σημείωση : "Αγγελικούλα" λέγεται το όμορφο φυτό μου!!!


Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Επιλογές για το ταξίδι μου


Άγνωστε αναγνώστη μου
Κρατώ στην αγκαλιά μου όλη τη σοφία αυτού του κόσμου. Περιπλανιέμαι στις λεωφόρους της, τους δρόμους της και τα σοκάκια της. Καμιά φορά ξεφεύγω από τους δρόμους και άθελά μου μπλέκομαι σε μονοπάτια που οδηγούν άλλοτε σε ξέφωτα υπέροχα στα οποία μένω για ώρες, μέρες και βδομάδες (καμιά φορά και μήνες δεν το κρύβω), κι απολαμβάνω έκθαμβη και μαγεμένη όλο αυτό το "φως" που τυφλώνει μεν την όρασή μου αλλά ανοίγει τα άλλα μάτια. Εκείνα του μυαλού μου. Άλλοτε πάλι τα βήματά μου με οδηγούν σε κάτι θεοσκότεινες, τρομακτικές σπηλιές που με τρομάζουν. Και τότε σκιάζομαι κι απεγνωσμένα ψάχνω διέξοδο να φύγω. Να γλιτώσω.
Σήμερα, πίνοντας τον εύγευστο καφέ μου στην παγωμένη τη βεράντα μου, βρέθηκα και πάλι από μια λεωφόρο σε έναν δρόμο ο οποίος από λάθος χειρισμούς (ή και από περιέργεια, σ' αφήνω να μαντέψεις), με οδήγησε εκτός πορείας κι έπεσα πάνω σε δύο βιντεάκια που μοιράστηκα με φίλους ηλεκτρονικούς στο άλλο "σπιτικό" μου. Σκέφτηκα πως δεν θα ήταν δίκιο και πρέπον να μην τα μοιραστώ και με εσένα που καμιά φορά περνάς κι αφιερώνεις χρόνο από το χρόνο σου για να διαβάσεις αυτές τις μικρές και τις ασήμαντες τις σκέψεις μου. 
Προσαρτώ λοιπόν τα βιντεάκια αυτά, μαζί με έναν προβληματισμό μου που θα βρεις στις σημειώσεις που ακολουθούν.


και



Σημ.1 : Στο πρώτο βιντεάκι αυτός ο κόσμος δεν είναι κατάλληλος για τους έξυπνους ανθρώπους σαν εμένα.
Σημ.2 :   Στο δεύτερο βιντεάκι, το ταξίδι ... "απλώς" συνεχίζεται.
Σημ.3 :   Πειράζει πολύ που επιλέγω να μην είμαι τόσο έξυπνη και "απλώς" να προχωράω?

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Το 16ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας



Μάνα, Μητέρα και Μαμά μου

Οι αναμνήσεις λιγοστές απ’ τα μικράτα σου.
Ευάλωτο κλαράκι εσύ.
Κάποιος στα χέρια σε κουβάλαε για να σε προστατεύσει.
Άκουες σειρήνες, μου ΄λεγες στην συμπρωτεύουσα.
και σαν σε όνειρο, τον πανικό του κόσμου με μάτια ορθάνοιχτα
                                                                                        παρατηρούσες.

Άλλη εικόνα που ΄χες απ’ τα δύσκολα εκείνα χρόνια σου,
σε μια γωνιά ενός Ιδρύματος κοιτάς σαν τρίτος άνθρωπος
τώρα τον εαυτό σου.
Έτσι κακομοιριασμένο και ψωριάρικο όπως ήσουνα,
είχες από καιρό πια χάσει την ελπίδα,
το βλέμμα της η τύχη πως σε ΄σένανε θα το ‘ριχνε.
Προσπέρασε όμως κάποτε η Ζωή τους λιλιπούτιους συγκατοίκους σου
κι άπλωσε το χέρι στη ζωή να σε τραβήξει.

Οι θύμησές σου απ’ τον άντρα της Ζωής,
σημείο αναφοράς στη μετέπειτα ζωή σου.
Με νοσταλγία και αγάπη απύθμενη πάντα γι’ αυτόν μου μίλαες…
Άλλον πατέρα εσύ δεν γνώρισες,
μα ούτε και καλύτερο να φανταστείς μπορούσες.
Στους ώμους του συνέχεια σε κουβάλαε
και αντί να σου μιλά, σου σιγοτραγουδούσε.

Πέρασες λίγα χρόνια ξέγνοιαστα κι ανέμελα,
στην οικογενειακή τη θαλπωρή που οι δύο Άγιοι σου χαρίσαν.
Τούτο της μοίρας φαίνεται, διόλου δεν άρεσε
Και της ζωής το σκηνικό να σου αλλάξει επιθυμούσε.

Έπεσες αναπάντεχα από το θρόνο που στους δυο ώμους Του βρισκότανε.
Ορφάνεψες ξαφνικά κι απ’ το τραγούδι Του
που ο γνώριμός σου λόγος ήταν ως τα τότε.

Τώρα οι θύμησες θαρρείς πιο έντονα γινήκανε και το μυαλό αλύπητα το μαστιγώνουν.
Πλύστρα η Ζωή σε ξένες σκάφες μου ΄πες, κι ένα δάκρυ κύλησε
                                                                                     απ΄ τα ματιά σου…

Συμβιβασμούς απ’ τη ζωή που ονειρευότανε για ΄σένα δεν τους δέχθηκε
τίποτα δεν ήθελε και πάλι να σου λείψει.
Και δεν σου έλειψε!
Καλοαναθρεμένη σε μεγάλωσε
παρ’ όλες τις δικές της τις στερήσεις.

Κι όσο τα χρόνια πέρναγαν μεταμορφώθηκες,
κι έγινες ένας ολόφωτος και εκτυφλωτικός για την Ζωή σου ήλιος.
Απ’ των θεών  παρέκκλινες το σχέδιο
πάνω στη γη μαζί με τους κοινούς ανθρώπους μονάχη περπατούσες.

Περνάγανε τα χρόνια και να ΄σου η μοίρα που σου ξαναχαμογέλασε!
Στο δρόμο σου ένας άλλος Άγιος σε πήρε από το χέρι.
Με γέννες τρεις βλογήθηκες κι η ομορφιά σα να γιγάντωσε.
Όχι μονάχα αυτή που στων πολλών τα μάτια ήταν ορατή, μα και εκείνη της ψυχής σου.

Στόχος και πάλι έγινες εσύ και ο πατέρας μου
από την μοίρα που κρυφά παραφυλούσε.
Να δραπετεύσεις απ’ την ύπουλη παγίδα που σου έστησε προσπάθησες
και με τον σκοτεινό του Χάροντα μανδύα έδινες μάχες.
Αρχίνησες σ’ Αγίους τάματα και οι προσευχές σου δυναμώσανε
τα δυο από τα τρία σου παιδιά να σώσεις. 

Κάποτε οι θύμησές σου έφτασαν στο τέλος τους
Και απ’ τη ζωής την κούραση προτίμησες την εύκολη τη λύση.

Μάνα, μητέρα και μαμά μου…

Έφυγες πρόωρα δίχως καθόλου να σκεφτείς τον «καπετάνιο» σου
κι ένα «γιατί?» στη θέση σου αναπάντητο απομένει.
Ένα «γιατί?» τα όπλα να καταθέσεις βιάστηκες
κι αφέθηκες στο άδοξό σου τέλος.
Εκεί…
σ’ ένα άλλο Ίδρυμα που μόνη σου επέλεξες ο κύκλος σου ΕΚΕΙ να κλείσει…


   Σημ. Αυτή ήταν η ιστορία της ζωής της μητέρας μου της οποίας η ακριβής ηλικία και τα γενέθλιά της παρέμειναν μέχρι το θάνατό της άγνωστα, μιας και μετά από τον βομβαρδισμό του 1943 στην Θεσσαλονίκη, βρέθηκε σε ένα ορφανοτροφείο στο οποίο και καταγράφηκε αυθαίρετα, για ευνόητους λόγους, μια τυχαία ημερομηνία γέννησης (25 Δεκεμβρίου 1941). Δεν σκέφτηκα ποτέ κάτι να γράψω για την ζωή της. Μου έδειξε τον δρόμο όμως η "Πυργοδέσποινα" της blog-ο-γειτονιάς όπου βρέθηκα, κι εγώ δίχως καθόλου δισταγμούς, τον ακολούθησα. 
   Ότι παραπάνω αναγράφεται, βγήκε πηγαία και αυθόρμητα κι αν δεν θα συμμετείχε στο υπέροχο δρώμενο της Αριστέας ( https://princess-airis.blogspot.gr/2017/05/16o-Symposio-Poiisis14.html ) δεν θα επέστρεφα όχι μονάχα απλά για να το "χτενίσω" λιγουλάκι, αλλά ούτε καν να το διαβάσω.
   Γιατί με πόναγε και ίσως να με πονά για πάντα, παρ' όλο που την καταχώνιασα στα σκοτεινά την ιστορία της ζωής αυτής...
Λέξεις κλειδιά του δρώμενου : "μάνα", "μητέρα", "μαμά".


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Να σου πω το μυστικό? Έχει η καρδιά σου αφτιά για να τ' ακούσει?

Αποτέλεσμα εικόνας για γιαγιά παραμύθι εικόνες

Αυτοί στο τζάκι, εμείς στη βεράντα, με αυτοσχέδια παραμύθια, κοιτώντας τ' αστέρια...
"...
- Γιατί έκαθε το λάτιχο γιαγιάκα?
- Είπαμε Α...άλκι μου. Γιατί πάτησε το καρφάκι.
- Γιατί πάτηθε το καφάκι γιαγιάκα?
- Γιατί κάποιος Α...άκο μου το πέταξε στα χωράφια του κυρ-Τάσου αντί να το πετάξει στα σκουπίδια.

(Με χειρονομίες που ανέκαθεν με έκαναν να ερωτεύομαι τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο! Αλήθεια. Ποιος του τις έμαθε αυτές???)

- Κιο οδηγός γιαγιά πάτηθε το καφάκι?
- Όχι, απλά ο οδηγός Α...άκι μου, ήτανε μέσα στο πράσινο τρακτέρ που έπεσε, και κατά συνέπεια έπεσε κι εκείνος.
-Και μετάάάάάάάάάάάάά, γιαγιάκα Γουή? (Σου το 'χω πει αυτό άγνωστε αναγνώστη μου? Δεν άκουσα ποτέ πιο εύηχο το όνομά μου από ανθρώπου στόμα!)

-Μετά Α...κι μου, το πορτοκαλί το τρακτέρ που ήξερε τα χωράφια του κυρ-Τάσου και υπέθεσε πως κάτι κακό είχε συμβεί στο φιλαράκι του το πράσινο τρακτέρ, πήρε το δρόμο για τα χωράφια εκείνα γιατί και πάλι υπέθεσε πως κάποιος θα χρειαζόταν κάπου τη βοήθειά του. Είδε λοιπόν το πράσινο τρακτέρ πεσμένο κάτω, και παρακάλεσε τον δικό του οδηγό να καλέσει από το κινητό του ένα ασθενοφόρο για τον οδηγό του πράσινου τρακτέρ και έναν γερανό για το φιλαράκι του το πράσινο τρακτεράκι που το μόνο που ήθελε το δόλιο, ήταν να κάνει τη δουλειά του όσο πιο καλά μπορούσε και ήξερε!
-Ο, ο, ο, ο δηγός γιαγιάκια Γουή, του πάθινου τακτέλ, δεν πάτηθε καφί!
-Όόόχι Α...άκι μου, αλλά ..."
..."



Τι δημιουργικές γραφές και κουραφέξαλα!
Ζήσε στιγμές με ένα παιδί και μεγαλούργησε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Αποτέλεσμα εικόνας για βάθρο εικόνες